revelled in
έχοντας διασκεδάσει σε
revelled at
έχοντας διασκεδάσει στο
revelled together
έχοντας διασκεδάσει μαζί
revelled openly
έχοντας διασκεδάσει ανοιχτά
revelled fully
έχοντας διασκεδάσει πλήρως
revelled wildly
έχοντας διασκεδάσει έντονα
revelled briefly
έχοντας διασκεδάσει σύντομα
revelled freely
έχοντας διασκεδάσει ελεύθερα
revelled joyfully
έχοντας διασκεδάσει χαρούμενα
revelled extensively
έχοντας διασκεδάσει εκτενώς
they revelled in the success of their project.
έλαυναν στην επιτυχία του έργου τους.
she revelled in the attention she received at the party.
έλαυνε στην προσοχή που έλαβε στη γιορτή.
children revelled in the joy of playing outside.
τα παιδιά έλαυναν στη χαρά του να παίζουν έξω.
he revelled in the freedom of his new lifestyle.
έλαυνε στην ελευθερία του νέου τρόπου ζωής του.
they revelled in the music at the concert.
έλαυναν στη μουσική στο συναυλιακό.
she revelled in the beauty of the sunset.
έλαυνε στην ομορφιά της εξαγοράς.
we revelled in the thrill of the adventure.
έλαυναμε στην ένταση της περιπέτειας.
he revelled in the memories of his childhood.
έλαυνε στις αναμνήσεις της παιδικής του ηλικίας.
they revelled in the festive atmosphere of the holiday.
έλαυναν στην εορταστική ατμόσφαιρα των διακοπών.
she revelled in the challenge of the competition.
έλαυνε στην πρόκληση του αγώνα.
revelled in
έχοντας διασκεδάσει σε
revelled at
έχοντας διασκεδάσει στο
revelled together
έχοντας διασκεδάσει μαζί
revelled openly
έχοντας διασκεδάσει ανοιχτά
revelled fully
έχοντας διασκεδάσει πλήρως
revelled wildly
έχοντας διασκεδάσει έντονα
revelled briefly
έχοντας διασκεδάσει σύντομα
revelled freely
έχοντας διασκεδάσει ελεύθερα
revelled joyfully
έχοντας διασκεδάσει χαρούμενα
revelled extensively
έχοντας διασκεδάσει εκτενώς
they revelled in the success of their project.
έλαυναν στην επιτυχία του έργου τους.
she revelled in the attention she received at the party.
έλαυνε στην προσοχή που έλαβε στη γιορτή.
children revelled in the joy of playing outside.
τα παιδιά έλαυναν στη χαρά του να παίζουν έξω.
he revelled in the freedom of his new lifestyle.
έλαυνε στην ελευθερία του νέου τρόπου ζωής του.
they revelled in the music at the concert.
έλαυναν στη μουσική στο συναυλιακό.
she revelled in the beauty of the sunset.
έλαυνε στην ομορφιά της εξαγοράς.
we revelled in the thrill of the adventure.
έλαυναμε στην ένταση της περιπέτειας.
he revelled in the memories of his childhood.
έλαυνε στις αναμνήσεις της παιδικής του ηλικίας.
they revelled in the festive atmosphere of the holiday.
έλαυναν στην εορταστική ατμόσφαιρα των διακοπών.
she revelled in the challenge of the competition.
έλαυνε στην πρόκληση του αγώνα.
Explore frequently searched vocabulary
Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!
Download DictoGo Now