revered

[US]/rɪˈvɪəd/
[UK]/rɪˈvɪrd/
Frequency: Very High

Translation

v. παρατακτική χρονική και παρατακτική μορφή του rever
adj. αξιόπερα ή αξιοθρηνητή

Phrases & Collocations

revered leader

προσκυνούμενος ηγέτης

revered tradition

προσκυνούμενη παράδοση

revered figure

προσκυνούμενο πρόσωπο

revered teacher

προσκυνούμενος δάσκαλος

revered mentor

προσκυνούμενος σύμβουλος

revered ancestor

προσκυνούμενος πρόγονος

revered saint

προσκυνούμενος αγιασμός

revered prophet

προσκυνούμενος προφήτης

revered deity

προσκυνούμενο θεός

revered scholar

προσκυνούμενος ερευνητής

Example Sentences

she is a revered figure in the world of science.

είναι μια αξιοπρεπής πρόσωπο στον κόσμο της επιστήμης.

the revered leader inspired many with his vision.

ο αξιοπρεπής ηγέτης έδωσε έμπνευση σε πολλούς με την όρασή του.

he is revered for his contributions to literature.

τον αξιολογούν για τις συνεισφορές του στη λογοτεχνία.

the revered tradition has been passed down for generations.

η αξιοπρεπής παράδοση έχει περιπεραστεί για γενιές.

many revered artists have shaped modern culture.

πολλοί αξιοπρεπείς καλλιτέχνες έχουν σχηματίσει τη σύγχρονη πολιτισμό.

she spoke about the revered teacher who changed her life.

έλεγε για τον αξιοπρεπή δάσκαλο που άλλαξε τη ζωή της.

the revered text is studied by scholars around the world.

το αξιοπρεπής κείμενο μελετάται από επιστήμονες σε όλο τον κόσμο.

revered by his peers, he won numerous awards.

αξιολογούμενος από τους συναδέλφους του, κέρδισε πολλές βραβεία.

the revered elder shared his wisdom with the community.

ο αξιοπρεπής ηλικιωμένος μοιράστηκε τη σοφία του με την κοινότητα.

revered in her field, she has published multiple papers.

αξιολογούμενη στον τομέα της, έχει δημοσιεύσει πολλά άρθρα.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now