revolutionary

[US]/revə'luːʃ(ə)n(ə)rɪ/
[UK]/'rɛvə'lʊʃə'nɛri/
Frequency: Very High

Translation

adj. που περιλαμβάνει ή προκαλεί μια πλήρη ή δραματική αλλαγή, καινοτόμος
n. ένα άτομο που υποστηρίζει ή προωθεί μια ριζική αλλαγή ή καινοτομία
Word Forms

Phrases & Collocations

revolutionary war

επαναστατικός πόλεμος

revolutionary committee

επαναστατική επιτροπή

Example Sentences

revolutionary war; a museum of the Revolutionary era.

πολεμικός επαναστατικός· ένα μουσείο της εποχής της Επανάστασης.

a revolutionary new drug.

ένα επαναστατικό νέο φάρμακο.

side with the revolutionary people

πάρετε το μέρος των επαναστατικών ανθρώπων.

a fiery revolutionary struggle

μια έντονη επαναστατική πάλη.

he was a prophet of revolutionary socialism.

ήταν προφήτης του επαναστατικού σοσιαλισμού.

a seething revolutionary struggle

μια μανιώδης επαναστατική πάλη.

a tenacious revolutionary spirit

ένα επίμονο επαναστατικό πνεύμα.

a compulsive joiner of revolutionary movements.

ένας άνθρωπος που ένιωθε την ανάγκη να ενταχθεί σε επαναστατικά κινήματα.

the withering of the PLO's revolutionary threat.

η εξασθένιση της επαναστατικής απειλής της ΟΠΕ.

A revolutionary does not fear death.

Ένας επαναστάτης δεν φοβάται το θάνατο.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now