revolutionism

[US]/ˌrɛvəˈluːʃənɪzəm/
[UK]/ˌrɛvəˈluʃənɪzəm/

Translation

n. υπεράσπιση της επανάστασης; συμμετοχή σε επαναστατικές δραστηριότητες
Word Forms

Phrases & Collocations

social revolutionism

κοινωνικός επαναστατισμός

political revolutionism

πολιτικός επαναστατισμός

cultural revolutionism

πολιτιστικός επαναστατισμός

economic revolutionism

οικονομικός επαναστατισμός

ideological revolutionism

ιδεολογικός επαναστατισμός

radical revolutionism

ριζοσπαστικός επαναστατισμός

scientific revolutionism

επιστημονικός επαναστατισμός

revolutionism theory

θεωρία του επαναστατισμού

militant revolutionism

στρατιωτικός επαναστατισμός

modern revolutionism

σύγχρονος επαναστατισμός

Example Sentences

revolutionism can lead to significant social change.

Η επαναστασιονικότητα μπορεί να οδηγήσει σε σημαντική κοινωνική αλλαγή.

many political movements are rooted in revolutionism.

Πολλές πολιτικές κινήσεις έχουν τις ρίζες τους στην επαναστασιονικότητα.

revolutionism often inspires younger generations to act.

Η επαναστασιονικότητα εμπνέει συχνά τις νεότερες γενιές να δραστηριοποιηθούν.

understanding revolutionism is essential for political science students.

Η κατανόηση της επαναστασιονικότητας είναι απαραίτητη για τους φοιτητές πολιτικής επιστήμης.

revolutionism challenges the status quo in society.

Η επαναστασιονικότητα προκαλεί προβλήματα στην κατάσταση των πραγμάτων στην κοινωνία.

some historians debate the impact of revolutionism on modern politics.

Κάποιοι ιστορικοί συζητούν την επίδραση της επαναστασιονικότητας στη σύγχρονη πολιτική.

revolutionism can be both a force for good and a source of conflict.

Η επαναστασιονικότητα μπορεί να είναι και μια δύναμη για το καλό και μια πηγή συγκρούσεων.

literature often reflects themes of revolutionism.

Η λογοτεχνία ανακλά συχνά θέματα επαναστασιονικότητας.

revolutionism is a key concept in many philosophical discussions.

Η επαναστασιονικότητα είναι ένα βασικό συντομεύσιμο στοιχείο σε πολλές φιλοσοφικές συζητήσεις.

activists often draw on revolutionism to justify their actions.

Οι ενεργοποιητές αναφέρονται συχνά στην επαναστασιονικότητα για να δικαιολογήσουν τις πράξεις τους.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now