revolutionized

[US]/[ˌrevəˈluːʃənaɪzd]/
[UK]/[ˌrɛvəˈluːʃənˌaɪzd]/
Frequency: Very High

Translation

v. Να αλλάξεις κάτι εντελώς, ειδικά με έναν ξαφνικό και δραματικό τρόπο.· Να μεταμορφώσεις μια διαδικασία, σύστημα ή βιομηχανία θεμελιωδώς.· Να εισάγεις μια επανάσταση σε κάτι.

Phrases & Collocations

revolutionized industry

επηρεάστηκε η βιομηχανία

revolutionized communication

επηρεάστηκε η επικοινωνία

revolutionized the market

επηρεάστηκε η αγορά

revolutionized healthcare

επηρεάστηκε η υγειονομική περίθαλψη

revolutionized thinking

επηρεάστηκε η σκέψη

revolutionized processes

επηρεάστηκαν οι διαδικασίες

revolutionized business

επηρεάστηκε η επιχείρηση

revolutionized approach

επηρεάστηκε η προσέγγιση

revolutionized learning

επηρεάστηκε η μάθηση

Example Sentences

the internet revolutionized communication, connecting people across the globe.

Το διαδίκτυο έφερε επανάσταση στην επικοινωνία, συνδέοντας ανθρώπους σε όλο τον κόσμο.

mobile phones revolutionized the way we access information and stay connected.

Τα κινητά τηλέφωνα έφεραν επανάσταση στον τρόπο με τον οποίο αποκτούμε πρόσβαση στην πληροφορία και μένουμε συνδεδεμένοι.

the printing press revolutionized the spread of knowledge throughout europe.

Η εφεύρεση της τυπογραφίας έφερε επανάσταση στη διάδοση της γνώσης σε όλη την Ευρώπη.

e-commerce revolutionized the retail industry, creating new business models.

Το ηλεκτρονικό εμπόριο έφερε επανάσταση στη λιανική βιομηχανία, δημιουργώντας νέα επιχειρηματικά μοντέλα.

renewable energy sources have the potential to revolutionize the energy sector.

Οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας έχουν τη δυνατότητα να φέρουν επανάσταση στον ενεργειακό τομέα.

artificial intelligence is poised to revolutionize various industries, including healthcare.

Η τεχνητή νοημοσύνη είναι έτοιμη να φέρει επανάσταση σε διάφορες βιομηχανίες, συμπεριλαμβανομένης της υγειονομικής περίθαλψης.

the rise of social media revolutionized how news is consumed and shared.

Η άνοδος των κοινωνικών μέσων δικτύωσης έφερε επανάσταση στον τρόπο με τον οποίο καταναλώνεται και κοινοποιείται η είδηση.

genetic engineering has revolutionized agriculture, leading to higher crop yields.

Η γενετική μηχανική έχει φέρει επανάσταση στη γεωργία, οδηγώντας σε υψηλότερες αποδόσεις καλλιεργειών.

the development of vaccines revolutionized public health, eradicating diseases.

Η ανάπτυξη των εμβολίων έφερε επανάσταση στην δημόσια υγεία, εξαλείφοντας ασθένειες.

cloud computing revolutionized data storage and accessibility for businesses.

Το cloud computing έφερε επανάσταση στην αποθήκευση δεδομένων και την προσβασιμότητα για τις επιχειρήσεις.

the invention of the automobile revolutionized transportation and urban planning.

Η εφεύρεση του αυτοκινήτου έφερε επανάσταση στις μεταφορές και τον αστικό σχεδιασμό.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now