ruffianly

[US]/ˈrʌfɪənli/
[UK]/ˈrʌfɪənli/

Translation

adj. όμοιος με έναν απόγονο; βαρβαρικό ή βίαιο; χαρακτηριστικό ενός απόγονου ή σκανδαλιστή

Phrases & Collocations

ruffianly behavior

παράνομη συμπεριφορά

ruffianly attitude

παράνομη στάση

ruffianly laugh

παράνομο γέλωμα

ruffianly grin

παράνομο χαμόγελο

ruffianly charm

παράνομο χαρισμα

ruffianly conduct

παράνομη συμπεριφορά

ruffianly crew

παράνομος πλήθος

ruffianly ways

παράνομοι τρόποι

ruffianly look

παράνομο βλέμμα

ruffianly remarks

παράνομα σχόλια

Example Sentences

the ruffianly behavior of the gang shocked the entire neighborhood.

Η απόρρητη συμπεριφορά της συμμορίας έκανε τον όλο νειολόγο να τρομαχτεί.

he spoke ruffianly, showing no respect for the elders.

Είπε απόρρητα, δείχνοντας απροστάτευτη σεβασμό για τους γηραιούς.

the ruffianly youth caused trouble wherever he went.

Ο απόρρητος νεαρός προκαλούσε προβλήματα που παντού πηγαίνει.

her ruffianly attitude made it difficult for her to make friends.

Η απόρρητη στάση της την έκανε δύσκολο να φτιάξει φιλίες.

the ruffianly laughter echoed through the empty streets.

Η απόρρητη γέλιο αντηχούσε μέσω των άδειων δρόμων.

despite his ruffianly appearance, he had a kind heart.

Παρά την απόρρητη εμφάνιση του, είχε ένα φιλικό καρδιά.

the ruffianly gang was finally caught by the police.

Η απόρρητη συμμορία τελικά πιάστηκε από την αστυνομία.

she found his ruffianly charm oddly attractive.

Βρήκε την απόρρητη χάρμα του ασυνήθιστα ελκυστικό.

the ruffianly remarks made during the meeting were unacceptable.

Οι απόρρητες παρατηρήσεις που έγιναν κατά τη συνάντηση ήταν αποδεκτές.

they confronted the ruffianly group with courage.

Προσέγγισαν την απόρρητη ομάδα με τολμή.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now