rulings

[US]/ˈruːlɪŋz/
[UK]/ˈruːlɪŋz/
Frequency: Very High

Translation

n. αποφάσεις ή αποφάσεις που λαμβάνει ένα δικαστικό όργανο ή αρχή, κανονισμοί ή κανόνες που θεσπίζονται

Phrases & Collocations

court rulings

δικαστικές αποφάσεις

legal rulings

νομικές αποφάσεις

final rulings

τελικές αποφάσεις

judicial rulings

δικαστικές αποφάσεις

administrative rulings

διοικητικές αποφάσεις

arbitration rulings

αποφάσεις διακανονισμού

precedent rulings

προηγούμενες αποφάσεις

appeal rulings

αποφάσεις επιφύλαξης

binding rulings

δεσμευτικές αποφάσεις

interim rulings

προσωρινές αποφάσεις

Example Sentences

the court's rulings are crucial for justice.

Οι αποφάσεις του δικαστηρίου είναι κρίσιμες για τη δικαιοσύνη.

many rulings have been challenged in higher courts.

Πολλές αποφάσεις έχουν προκαλέσει αμφισβήτηση σε υψηλότερα δικαστήρια.

legal rulings can set important precedents.

Οι νομικές αποφάσεις μπορούν να θεσπίσουν σημαντικές προηγούμενες αποφάσεις.

rulings on this matter will be announced next week.

Οι αποφάσεις για αυτό το θέμα θα ανακοινωθούν την επόμενη εβδομάδα.

the judge's rulings were met with mixed reactions.

Οι αποφάσεις του δικαστή έγιναν αποδεκτές με ανάμικτες αντιδράσεις.

rulings from the supreme court are final.

Οι αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι τελικές.

we need to review the recent rulings carefully.

Χρειάζεται να επιβεβαιώσουμε προσεκτικά τις πρόσφατες αποφάσεις.

rulings regarding property rights can be complex.

Οι αποφάσεις σχετικά με τα δικαιώματα περιουσίας μπορεί να είναι πολύπλοκες.

his rulings often reflect his personal beliefs.

Οι αποφάσεις του συχνά ανακλούν τις προσωπικές του πεποιθήσεις.

understanding the rulings can help in similar cases.

Η κατανόηση των αποφάσεων μπορεί να βοηθήσει σε παρόμοια περιστατικά.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now