safeguarded interests
προστατευόμενα συμφέροντα
safeguarding data
προστασία δεδομένων
safeguarded future
προστατευμένο μέλλον
safeguarded rights
προστατευμένα δικαιώματα
safeguarding privacy
προστασία της ιδιωτικότητας
safeguarded assets
προστατευόμενα περιουσιακά στοιχεία
safeguarded position
προστατευμένη θέση
safeguarded against
προστατευμένο από
safeguarded well
προστατευμένο καλά
safeguarded carefully
προστατευμένο προσεκτικά
the data is safeguarded by robust encryption protocols.
Τα δεδομένα προστατεύονται από ισχυρά πρωτόκολλα κρυπτογράφησης.
their financial interests are safeguarded by strict regulations.
Τα οικονομικά τους συμφέροντα προστατεύονται από αυστηρούς κανονισμούς.
the child's well-being is safeguarded by dedicated social workers.
Η ευημερία του παιδιού προστατεύεται από αφοσιωμένους κοινωνικούς λειτουργούς.
their privacy is safeguarded through anonymization techniques.
Το απόρρητό τους προστατεύεται μέσω τεχνικών ανωνυμοποίησης.
the company's reputation is safeguarded by ethical business practices.
Η φήμη της εταιρείας προστατεύεται από ηθικές επιχειρηματικές πρακτικές.
the museum's collection is safeguarded against theft and damage.
Η συλλογή του μουσείου προστατεύεται από κλοπή και ζημιές.
the rights of minorities are safeguarded by constitutional law.
Τα δικαιώματα των μειονοτήτων προστατεύονται από το συνταγματικό δίκαιο.
the project's success is safeguarded by careful planning and execution.
Η επιτυχία του έργου προστατεύεται από προσεκτικό σχεδιασμό και εκτέλεση.
the environment is safeguarded through conservation efforts.
Το περιβάλλον προστατεύεται μέσω προσπαθειών διατήρησης.
their jobs are safeguarded by the new union agreement.
Οι θέσεις εργασίας τους προστατεύονται από τη νέα συμφωνία της ένωσης.
the witness's identity was safeguarded during the trial.
Η ταυτότητα του μάρτυρα προστατεύτηκε κατά τη διάρκεια της δίκης.
safeguarded interests
προστατευόμενα συμφέροντα
safeguarding data
προστασία δεδομένων
safeguarded future
προστατευμένο μέλλον
safeguarded rights
προστατευμένα δικαιώματα
safeguarding privacy
προστασία της ιδιωτικότητας
safeguarded assets
προστατευόμενα περιουσιακά στοιχεία
safeguarded position
προστατευμένη θέση
safeguarded against
προστατευμένο από
safeguarded well
προστατευμένο καλά
safeguarded carefully
προστατευμένο προσεκτικά
the data is safeguarded by robust encryption protocols.
Τα δεδομένα προστατεύονται από ισχυρά πρωτόκολλα κρυπτογράφησης.
their financial interests are safeguarded by strict regulations.
Τα οικονομικά τους συμφέροντα προστατεύονται από αυστηρούς κανονισμούς.
the child's well-being is safeguarded by dedicated social workers.
Η ευημερία του παιδιού προστατεύεται από αφοσιωμένους κοινωνικούς λειτουργούς.
their privacy is safeguarded through anonymization techniques.
Το απόρρητό τους προστατεύεται μέσω τεχνικών ανωνυμοποίησης.
the company's reputation is safeguarded by ethical business practices.
Η φήμη της εταιρείας προστατεύεται από ηθικές επιχειρηματικές πρακτικές.
the museum's collection is safeguarded against theft and damage.
Η συλλογή του μουσείου προστατεύεται από κλοπή και ζημιές.
the rights of minorities are safeguarded by constitutional law.
Τα δικαιώματα των μειονοτήτων προστατεύονται από το συνταγματικό δίκαιο.
the project's success is safeguarded by careful planning and execution.
Η επιτυχία του έργου προστατεύεται από προσεκτικό σχεδιασμό και εκτέλεση.
the environment is safeguarded through conservation efforts.
Το περιβάλλον προστατεύεται μέσω προσπαθειών διατήρησης.
their jobs are safeguarded by the new union agreement.
Οι θέσεις εργασίας τους προστατεύονται από τη νέα συμφωνία της ένωσης.
the witness's identity was safeguarded during the trial.
Η ταυτότητα του μάρτυρα προστατεύτηκε κατά τη διάρκεια της δίκης.
Explore frequently searched vocabulary
Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!
Download DictoGo Now