safeguards

[US]/[ˈseɪfɡɑːdz]/
[UK]/[ˈseɪfɡɑːdz]/

Translation

n. μέτρα που λαμβάνονται για να αποφευχθούν οι κινδύνοι ή τα ανεπιθύμητα αποτελέσματα; ένα άτομο ή πράγμα που προστατεύει κάτι από ζημιά ή βλάβη; μέτρο ασφαλείας; προφυλάκτικο
v. να προστατεύσει κάτι από δυνητική ζημιά ή βλάβη

Phrases & Collocations

safeguards in place

προστατευτικά μέτρα σε ισχύ

implement safeguards

εφαρμογή προστατευτικών μέτρων

strengthen safeguards

ενίσχυση προστατευτικών μέτρων

review safeguards

επανεξέταση προστατευτικών μέτρων

essential safeguards

απαραίτητα προστατευτικά μέτρα

existing safeguards

υπάρχοντα προστατευτικά μέτρα

safeguarding interests

προστασία ενδιαφερομένων

new safeguards

νέα προστατευτικά μέτρα

adequate safeguards

αντίστοιχα προστατευτικά μέτρα

safeguard against

προστασία κατά

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now