scarfs

[US]/skɑːf/
[UK]/skɑrf/
Frequency: Very High

Translation

n. ένα κομμάτι ύφασμα που φοριέται γύρω από τον λαιμό, τους ώμους ή το κεφάλι για ζεστασιά ή διακόσμηση.

Phrases & Collocations

wool scarf

μαλλίνο μαντήλι

knit scarf

πλεγμένο μαντήλι

cashmere scarf

μαντήλι από κασμίρι

silk scarf

μεταξωτό μαντήλι

patterned scarf

μαντήλι με σχέδια

infinity scarf

μαντήλι άπειρου μήκους

chunky scarf

χοντρό μαντήλι

Example Sentences

She wrapped a colorful scarf around her neck.

Έριξε ένα πολύχρωμο μαντήλι γύρω από τον λαιμό της.

He wore a thick wool scarf to keep warm in the winter.

Φόρεσε ένα χοντρό μάλλινο μαντήλι για να κρατηθεί ζεστός τον χειμώνα.

The silk scarf felt smooth against her skin.

Το μεταξωτό μαντήλι έμοιαζε απαλό στο δέρμα της.

She knitted a cozy scarf for her best friend.

Μπούκωσε ένα ζεστό μαντήλι για την καλύτερή της φίλη.

He tied the scarf loosely around his neck.

Έδεσε χαλαρά το μαντήλι γύρω από τον λαιμό του.

The scarf fluttered in the wind as she walked.

Το μαντήλι ανέδιδε στον αέρα καθώς περπατούσε.

She used a scarf to cover her head from the sun.

Χρησιμοποίησε ένα μαντήλι για να προστατεύσει το κεφάλι της από τον ήλιο.

The scarf added a pop of color to her outfit.

Το μαντήλι πρόσθεσε μια πινελιά χρώματος στην εμφάνισή της.

He bought a new scarf to match his winter coat.

Αγόρασε ένα καινούργιο μαντήλι για να ταιριάζει με το χειμωνιάτικο του μπουφάν.

She tied the scarf in a stylish knot around her neck.

Έδεσε το μαντήλι με έναν κομψό κόμπο γύρω από τον λαιμό της.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now