scooped

[US]/skuːpt/
[UK]/skuːpt/
Frequency: Very High

Translation

v. να αναφέρει νέα πριν από άλλους; να αναβάλλει γρήγορα; να αποκτήσει κάτι πριν από τον χρόνο; να ανασκάψει ή να κινήσει κάτι με ένα κουταλάκι

Phrases & Collocations

scooped ice cream

παγωτό που έχει αποσκευαστεί

scooped out

αποσκευασμένο

scooped up

αποσκευασμένο

scooped salad

σαλάτα που έχει αποσκευαστεί

scooped noodles

μακαρόνια που έχουν αποσκευαστεί

scooped dirt

γη που έχει αποσκευαστεί

scooped fish

ψάρι που έχει αποσκευαστεί

scooped grains

σπόροι που έχουν αποσκευαστεί

scooped mixture

συνδυασμός που έχει αποσκευαστεί

scooped fruit

φρούτο που έχει αποσκευαστεί

Example Sentences

she scooped the ice cream into a bowl.

Εκείνη έβαλε το παγωτό σε μια κούπα.

he scooped up the fallen leaves.

Εκείνος συγκέντρωσε τα φύλλα που είχαν πεσεί.

they scooped the water from the pond.

Εκείνοι έβαλαν νερό από την λίμνη.

she scooped out the pumpkin for halloween.

Εκείνη έβγαλε την κολοκύθα για το Χριστούγεννο.

he scooped the last piece of cake.

Εκείνος έβαλε το τελευταίο κομμάτι της τσιγάρας.

the dog scooped up the ball and ran.

Το σκυλί συγκέντρωσε την μπάλα και έτρεξε.

she scooped the dirt into a bucket.

Εκείνη έβαλε την γη σε μια κάδα.

he scooped the soup into bowls for dinner.

Εκείνος έβαλε το κολούρι σε πιάτα για το δείπνο.

they scooped the sand to build a castle.

Εκείνοι έβαλαν ψυχρό από την ακτή για να κτίσουν ένα παλάτι.

she scooped the last bit of yogurt from the container.

Εκείνη έβγαλε το τελευταίο κομμάτι γιογκουρτ από την συσκευασία.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now