scoundrels

[US]/ˈskaʊndrəls/
[UK]/ˈskaʊndrlz/
Frequency: Very High

Translation

n. πονηροί ή ανηθικοί άνθρωποι

Phrases & Collocations

scoundrels unite

τα παράνομα συνεργάτης

those scoundrels

αυτά τα παράνομα

scoundrels beware

προσέχετε τα παράνομα

scoundrels exposed

τα παράνομα αποκαλύφθηκαν

scoundrels prevail

τα παράνομα κατακτούν

scoundrels arise

τα παράνομα εμφανίζονται

scoundrels laugh

τα παράνομα γελούν

scoundrels flee

τα παράνομα τρέχουν

scoundrels fight

τα παράνομα πολεμούν

scoundrels speak

τα παράνομα μιλούν

Example Sentences

those scoundrels took advantage of the situation.

αυτοί οι παράνομοι εξευτέλισαν την κατάσταση.

we must expose the scoundrels behind this scheme.

πρέπει να αποκαλύψουμε τους παράνομους που βρίσκονται πίσω από αυτό το σχέδιο.

scoundrels often hide their true intentions.

οι παράνομοι συχνά κρύβουν τις πραγματικές τους προθέσεις.

the scoundrels fled the scene before the police arrived.

οι παράνομοι φύγανε από τη σκηνή πριν έρθουν οι αστυνομικοί.

it's time to stand up against those scoundrels.

είναι ώρα να σημειώσουμε την αντίδρασή μας εναντίον αυτών των παρανομών.

scoundrels like him should be held accountable.

οι παράνομοι όπως εκείνος πρέπει να αποκαλυφθούν.

don't trust those scoundrels; they will betray you.

μην πιστεύετε σε αυτούς τους παράνομους· θα σας προδώσουν.

even scoundrels can sometimes show a hint of kindness.

ακόμα και οι παράνομοι μπορεί να δείξουν κάποια στιγμή ευγένειας.

their actions reveal them as scoundrels.

τα πράγματα που κάνουν τους αποκαλύπτουν ως παράνομους.

scoundrels thrive in chaos and confusion.

οι παράνομοι αναπτύσσονται στην ταραχή και τη σύγχυση.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now