scourged

[US]/skɜːdʒd/
[UK]/skɜrdʒd/
Frequency: Very High

Translation

v. παραταγμένη μορφή και παραταγμένος συντελεστής του scourge; να τιμωρεί ή να παρασυρεί σοβαρά

Phrases & Collocations

scourged by fate

πολέμημα από τον προορισμό

scourged with pain

πολέμημα από τον πόνο

scourged by time

πολέμημα από τον χρόνο

scourged by war

πολέμημα από τον πόλεμο

scourged by loss

πολέμημα από την απώλεια

scourged by guilt

πολέμημα από την ευθύνη

scourged by nature

πολέμημα από τη φύση

scourged in silence

πολέμημα σε σιγή

scourged by doubt

πολέμημα από την αμφιβολία

Example Sentences

the villagers were scourged by a devastating storm.

οι κάτοικοι της περιοχής έπασχαν από ένα καταστροφικό τυφώνα.

he felt scourged by the harsh criticism of his work.

αισθάνθηκε ότι τον πλήττει η αυστηρή κριτική για τη δουλειά του.

the land was scourged by years of drought.

η γη πλήττεται από χρόνια ξηρασίας.

she was scourged by guilt after the accident.

εκείνη πλήττεται από την ενοχή μετά το δυστύχημα.

the soldiers were scourged by the relentless enemy attacks.

οι στρατιώτες πλήττονται από τις απαραμετάκλητες επιθέσεις του εχθρού.

the city was scourged by crime and poverty.

η πόλη πλήττεται από εγκληματισμό και πτωχότητα.

he felt scourged by the weight of his responsibilities.

αισθάνθηκε ότι τον πλήττει το βάρος των υποχρεώσεών του.

nature had scourged the area with fierce winds.

η φύση είχε πλήττει την περιοχή με ισχυρούς ανέμους.

the community was scourged by the outbreak of disease.

η κοινότητα πλήττεται από την έκρηξη της νόσου.

he was scourged by memories of his past mistakes.

εκείνος πλήττεται από τις μνήμες των παρελθόντων του σφαλμάτων.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now