scourged by fate
πολέμημα από τον προορισμό
scourged with pain
πολέμημα από τον πόνο
scourged by time
πολέμημα από τον χρόνο
scourged by war
πολέμημα από τον πόλεμο
scourged by loss
πολέμημα από την απώλεια
scourged by guilt
πολέμημα από την ευθύνη
scourged by nature
πολέμημα από τη φύση
scourged in silence
πολέμημα σε σιγή
scourged by doubt
πολέμημα από την αμφιβολία
the villagers were scourged by a devastating storm.
οι κάτοικοι της περιοχής έπασχαν από ένα καταστροφικό τυφώνα.
he felt scourged by the harsh criticism of his work.
αισθάνθηκε ότι τον πλήττει η αυστηρή κριτική για τη δουλειά του.
the land was scourged by years of drought.
η γη πλήττεται από χρόνια ξηρασίας.
she was scourged by guilt after the accident.
εκείνη πλήττεται από την ενοχή μετά το δυστύχημα.
the soldiers were scourged by the relentless enemy attacks.
οι στρατιώτες πλήττονται από τις απαραμετάκλητες επιθέσεις του εχθρού.
the city was scourged by crime and poverty.
η πόλη πλήττεται από εγκληματισμό και πτωχότητα.
he felt scourged by the weight of his responsibilities.
αισθάνθηκε ότι τον πλήττει το βάρος των υποχρεώσεών του.
nature had scourged the area with fierce winds.
η φύση είχε πλήττει την περιοχή με ισχυρούς ανέμους.
the community was scourged by the outbreak of disease.
η κοινότητα πλήττεται από την έκρηξη της νόσου.
he was scourged by memories of his past mistakes.
εκείνος πλήττεται από τις μνήμες των παρελθόντων του σφαλμάτων.
scourged by fate
πολέμημα από τον προορισμό
scourged with pain
πολέμημα από τον πόνο
scourged by time
πολέμημα από τον χρόνο
scourged by war
πολέμημα από τον πόλεμο
scourged by loss
πολέμημα από την απώλεια
scourged by guilt
πολέμημα από την ευθύνη
scourged by nature
πολέμημα από τη φύση
scourged in silence
πολέμημα σε σιγή
scourged by doubt
πολέμημα από την αμφιβολία
the villagers were scourged by a devastating storm.
οι κάτοικοι της περιοχής έπασχαν από ένα καταστροφικό τυφώνα.
he felt scourged by the harsh criticism of his work.
αισθάνθηκε ότι τον πλήττει η αυστηρή κριτική για τη δουλειά του.
the land was scourged by years of drought.
η γη πλήττεται από χρόνια ξηρασίας.
she was scourged by guilt after the accident.
εκείνη πλήττεται από την ενοχή μετά το δυστύχημα.
the soldiers were scourged by the relentless enemy attacks.
οι στρατιώτες πλήττονται από τις απαραμετάκλητες επιθέσεις του εχθρού.
the city was scourged by crime and poverty.
η πόλη πλήττεται από εγκληματισμό και πτωχότητα.
he felt scourged by the weight of his responsibilities.
αισθάνθηκε ότι τον πλήττει το βάρος των υποχρεώσεών του.
nature had scourged the area with fierce winds.
η φύση είχε πλήττει την περιοχή με ισχυρούς ανέμους.
the community was scourged by the outbreak of disease.
η κοινότητα πλήττεται από την έκρηξη της νόσου.
he was scourged by memories of his past mistakes.
εκείνος πλήττεται από τις μνήμες των παρελθόντων του σφαλμάτων.
Explore frequently searched vocabulary
Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!
Download DictoGo Now