scowled

[US]/skaʊld/
[UK]/skaʊld/
Frequency: Very High

Translation

v. να έχει ρυτίδες ή ένα προσωπικό που δείχνει αντιπροσωπευτική έκφραση

Phrases & Collocations

scowled at

προσωπικά έκανε μια απρόσμενη πρόσωπο

scowled deeply

έκανε ένα βαθύ πρόσωπο

scowled fiercely

έκανε ένα έντονο πρόσωπο

scowled in anger

έκανε ένα πρόσωπο με θυμό

scowled back

απάντησε με ένα πρόσωπο

scowled slightly

έκανε ένα ελαφρώς πρόσωπο

scowled menacingly

έκανε ένα απειλητικό πρόσωπο

scowled disapprovingly

έκανε ένα πρόσωπο με απροσωπολογητο

scowled in disbelief

έκανε ένα πρόσωπο με απορία

scowled with frustration

έκανε ένα πρόσωπο με απελπισία

Example Sentences

she scowled at the messy room.

ταλαιπωρήθηκε από το χαοτικό δωμάτιο.

he scowled when he heard the bad news.

ταλαιπωρήθηκε όταν τον ενημέρωσαν για τις κακές ειδήσεις.

the teacher scowled at the students for talking.

ο δάσκαλος ταλαιπωρήθηκε από τους μαθητές γιατί μιλούσαν.

she scowled in disapproval at the suggestion.

ταλαιπωρήθηκε με αποδοχή για την πρόταση.

he scowled as he read the report.

ταλαιπωρήθηκε ενώ διάβαζε την έκθεση.

they scowled at each other during the argument.

ταλαιπωρήθηκαν μεταξύ τους κατά τη διάρκεια της συζήτησης.

the dog scowled at the stranger approaching.

το σκύλο έκανε μια προσωπική έκφραση απόγνωσης προς τον προσεγγιζόμενο ξένο.

she scowled when she found out the truth.

ταλαιπωρήθηκε όταν ανακάλυψε την αλήθεια.

he scowled, trying to hide his disappointment.

ταλαιπωρήθηκε, προσπαθώντας να κρύψει την απογοήτευσή του.

the child scowled at the vegetables on his plate.

το παιδί ταλαιπωρήθηκε από τα λαχανικά που είχε στο πιάτο του.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now