he scowls
τσιρίζει
she scowls
τσιρίζει
scowls in anger
τσιρίζει από οργή
scowls at me
τσιρίζει προς τον εμένα
scowls of disapproval
τσιρίγματα από απροθυμία
scowls of concern
τσιρίγματα από ανησυχία
scowls in disbelief
τσιρίζει από έκπληξη
scowls with frustration
τσιρίζει από απελπισία
scowls of anger
τσιρίγματα από οργή
scowls of annoyance
τσιρίγματα από ενοχληση
she scowls when she's annoyed.
τσικλιάζει όταν είναι απορριφθείς.
he scowls at the thought of doing chores.
τσικλιάζει σκέφτοντας να κάνει υποχρεώσεις.
the teacher scowls at the noisy students.
ο δάσκαλος τσικλιάζει στους θορυβώδεις μαθητές.
she scowls in disapproval of the decision.
τσικλιάζει σε απόρριψη της απόφασης.
he scowls every time he sees his ex.
τσικλιάζει κάθε φορά που βλέπει την παλιά του.
the dog scowls when it sees the vet.
το σκύλος τσικλιάζει όταν βλέπει τον ιατρό.
she scowls at the rain ruining her plans.
τσικλιάζει στη βροχή που σπαταλά τις πλάνες της.
he scowls when he doesn't get his way.
τσικλιάζει όταν δεν πάει το δικό του τρόπο.
the child scowls when asked to share.
το παιδί τσικλιάζει όταν του ζητείται να μοιραστεί.
she scowls at the messy room.
τσικλιάζει στο χαοτικό δωμάτιο.
he scowls
τσιρίζει
she scowls
τσιρίζει
scowls in anger
τσιρίζει από οργή
scowls at me
τσιρίζει προς τον εμένα
scowls of disapproval
τσιρίγματα από απροθυμία
scowls of concern
τσιρίγματα από ανησυχία
scowls in disbelief
τσιρίζει από έκπληξη
scowls with frustration
τσιρίζει από απελπισία
scowls of anger
τσιρίγματα από οργή
scowls of annoyance
τσιρίγματα από ενοχληση
she scowls when she's annoyed.
τσικλιάζει όταν είναι απορριφθείς.
he scowls at the thought of doing chores.
τσικλιάζει σκέφτοντας να κάνει υποχρεώσεις.
the teacher scowls at the noisy students.
ο δάσκαλος τσικλιάζει στους θορυβώδεις μαθητές.
she scowls in disapproval of the decision.
τσικλιάζει σε απόρριψη της απόφασης.
he scowls every time he sees his ex.
τσικλιάζει κάθε φορά που βλέπει την παλιά του.
the dog scowls when it sees the vet.
το σκύλος τσικλιάζει όταν βλέπει τον ιατρό.
she scowls at the rain ruining her plans.
τσικλιάζει στη βροχή που σπαταλά τις πλάνες της.
he scowls when he doesn't get his way.
τσικλιάζει όταν δεν πάει το δικό του τρόπο.
the child scowls when asked to share.
το παιδί τσικλιάζει όταν του ζητείται να μοιραστεί.
she scowls at the messy room.
τσικλιάζει στο χαοτικό δωμάτιο.
Explore frequently searched vocabulary
Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!
Download DictoGo Now