self-interests

[US]/ˌselfˈɪntrɪst/
[UK]/ˌselfˈɪntrɪst/

Translation

n. Ανησυχία για το δικό του συμφέρον ή τη δική του ευημερία

Phrases & Collocations

self-interest alone

μόνο η ιδιοενδιαφέρον

pursuit of self-interest

το αναζήτηση του ιδιοενδιαφέρον

driven by self-interest

κινούμενο από ιδιοενδιαφέρον

self-interest conflicts

συγκρούσεις ιδιοενδιαφέρον

pure self-interest

καθαρό ιδιοενδιαφέρον

self-interested behavior

συμπεριφορά ιδιοενδιαφέρον

self-interest guides

οδηγίες ιδιοενδιαφέρον

self-interest prevails

το ιδιοενδιαφέρον κατακτά

avoid self-interest

αποφυγή ιδιοενδιαφέρον

self-interest motives

αιτίες ιδιοενδιαφέρον

Example Sentences

driven by self-interest, he made a deal with the competitor.

προκαλούμενος από το ίδιο το συμφέρον του, έκανε μια συμφωνία με τον ανταγωνιστή.

the politician's actions were clearly motivated by self-interest.

τα πράγματα που έκανε ο πολιτικός ήταν σαφώς κινημένα από ιδιοσυμφέρον.

it's important to balance self-interest with the common good.

είναι σημαντικό να ισορροπήσει το ιδιοσυμφέρον με το κοινό συμφέρον.

pure self-interest can lead to unethical behavior in business.

το αποκλειστικό ιδιοσυμφέρον μπορεί να οδηγήσει σε ανεθική συμπεριφορά στην επιχειρηματικότητα.

she prioritized her own self-interest over the needs of the team.

έδινε προτεραιότητα στο ιδιοσυμφέρον της πάνω από τις ανάγκες της ομάδας.

he accused them of acting solely out of self-interest.

της καταγγέλθηκε ότι δρα με βάση μόνο το ιδιοσυμφέρον.

the company's decisions often reflect a focus on self-interest.

τα αποφασίσματα της εταιρείας ανακλούν συχνά μια έμφαση στο ιδιοσυμφέρον.

we need to consider the self-interest of all stakeholders.

πρέπει να λάβουμε υπόψη το ιδιοσυμφέρον όλων των ενδιαφερομένων.

his apparent generosity was merely a mask for self-interest.

η φαινομενική γεναιοσύνη του ήταν απλώς μια μάσκα για το ιδιοσυμφέρον.

the debate centered on the role of self-interest in society.

η συζήτηση εστιάστηκε στο ρόλο του ιδιοσυμφέροντος στην κοινωνία.

she warned against letting self-interest cloud their judgment.

επέβαλε προσοχή στο να μην αφήνει το ιδιοσυμφέρον να σκιάσει την κρίση τους.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now