senior

[ΗΠΑ]/ˈsiːniə(r)/
[ΗΒ]/ˈsiːniər/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

adj. μεγαλύτερος σε ηλικία και με εμπειρία· υψηλότερης κατάστασης
n. μαθητής/φοιτητής του τελευταίου έτους λυκείου ή κολεγίου
Word Forms
Pluralseniors

Φράσεις & Συνηθισμένοι Συνδυασμοί

senior position

ανώτερη θέση

senior management

διευθυντικό προσωπικό

senior citizen

ηλικιωμένος πολίτης

senior executive

ανώτατος εκτελεστικός

senior staff

ανώτερο προσωπικό

senior high

λύκειο

senior high school

λύκειο

senior engineer

συντηρητής μηχανικός

senior middle school

γυμνάσιο

senior official

υψηλόβαθμος αξιωματούχος

senior vice president

ανώτατος αντιπρόεδρος

senior school

σχολείο ανωτέρας βαθμίδας

senior manager

ανώτατος διευθυντής

senior year

τελευταία χρονιά

senior member

πρεσβύτερο μέλος

senior officer

συνταγματικός αξιωματικός

senior economist

συνταξιοδοτικός οικονομολόγος

senior student

μεταπτυχιακός φοιτητής

senior director

διευθυντής ανώτερου επιπέδου

senior editor

συντάκτης ανώτερου επιπέδου

Παραδείγματα Προτάσεων

They are senior students.

Είναι ανώτεροι μαθητές.

She is a senior patient.

Είναι ασθενής ανώτερου επιπέδου.

He is senior to me.

Είναι ανώτερος από εμένα.

senior staff's superordinate position.

η ανώτερη θέση του ανώτερου προσωπικού.

He was my senior at school.

Ήταν ανώτερος από εμένα στο σχολείο.

a senior officer; the senior ship in the battle group.

ένας ανώτερος αξιωματικός· το ανώτερο πλοίο στην ομάδα μάχης.

he is the automatic choice for the senior team.

είναι η αυτόματη επιλογή για την ανώτερη ομάδα

a cross section of our senior managers.

ένα δείγμα των ανώτερων διευθυντών μας.

the normal progression from junior to senior status.

η κανονική εξέλιξη από την κατώτερη στην ανώτερη βαθμίδα.

he is 20 years senior to Leonard.

είναι 20 χρόνια μεγαλύτερος του Λεονάρντο.

he is a senior Finance Ministry official.

είναι ανώτερος αξιωματούχος στο Υπουργείο Οικονομικών.

the people senior to me in my department.

οι άνθρωποι που είναι ανώτεροι από εμένα στο τμήμα μου.

the senior states men

οι ανώτεροι πολιτικοί.

She is four years senior to me.

Είναι τέσσερα χρόνια μεγαλύτερη από εμένα.

She teaches a senior class.

Διδάσκει σε ανώτερη τάξη.

She is senior to everyone else in the company.

Είναι ανώτερη από όλους τους άλλους στην εταιρεία.

Smith is senior to me by three years.

Ο Σμιθ είναι τρία χρόνια μεγαλύτερος από εμένα.

He is a senior member of the committee.

Είναι ανώτερο μέλος της επιτροπής.

He's my senior by three years.

Είναι τρία χρόνια μεγαλύτερος από εμένα.

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα