seniors

[US]/[ˈsɪnɪəz]/
[UK]/[ˈsɪnɪərz]/
Frequency: Very High

Translation

n. ηλικιωμένοι άνθρωποι, ιδιαίτερα εκείνοι που έχουν συνταξιοδοτηθεί; μαθητές στο τελευταίο έτος μιας σχολής ή πανεπιστημίου; άτομο με μεγάλη εμπειρία σε ένα συγκεκριμένο πεδίο
adj. σχετικό με ή προορισμένο για ηλικιωμένους ανθρώπους

Phrases & Collocations

seniors living

ένοικοι ηλικιωμένοι

senior citizens

πολίτες ηλικιωμένοι

supporting seniors

υποστήριξη ηλικιωμένων

senior year

τελευταίο έτος σπουδών

meet seniors

συναντήσεις με ηλικιωμένους

senior discount

επιβατική έκπτωση για ηλικιωμένους

senior center

κέντρο για ηλικιωμένους

senior moment

στιγμή ηλικιωμένου

helping seniors

βοήθεια σε ηλικιωμένους

senior housing

κατοικία για ηλικιωμένους

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now