sexual

[US]/'sekʃʊəl/
[UK]/'sɛʃʊəl/
Frequency: Very High

Translation

adj. σχετικό με τη σεξουαλική επαφή, αφορώντας την έλξη μεταξύ των φύλων, περιλαμβανομένων και των δύο φύλων, σχετικό με την αναπαραγωγή, περιλαμβανομένης της σεξουαλικής αναπαραγωγής.

Phrases & Collocations

sexual attraction

σεξουαλική έλξη

sexual orientation

σεξουαλικός προσανατολισμός

sexual harassment

σεξουαλική βια

sexual consent

σεξουαλική συγκατάθεση

sexual intercourse

σεξουαλική επαφή

sexual pleasure

σεξουαλική χαρά

sexual health

σεξουαλική υγεία

sexual desire

σεξουαλική επιθυμία

sexual behavior

σεξουαλική συμπεριφορά

Example Sentences

a state of sexual excitation.

μια κατάσταση σεξουαλικής εκδίκασης.

sexual and racial stereotypes.

σεξουαλικά και ρατσιστικά στερεότυπα.

a tornado of sexual confusion.

ένα τορναντό από σεξουαλική σύγχυση.

sensitivity about sexual stereotypes.

ευαισθησία ως προς τα σεξουαλικά στερεότυπα.

a life of sexual and alcoholic incontinence

μια ζωή με σεξουαλική και αλκοολική ανεξέλεγκτη συμπεριφορά

promiscuous sexual relationships

επαναστατικές σεξουαλικές σχέσεις

She was herself a vehement protagonist of sexual equality.

Η ίδια ήταν ένθερμη υποστηρίκτρια της ισότητας των φύλων.

a descent into drunkenness and sexual dissipation.

μια πτώση στην ποτοπολια και τη σεξουαλική διασπορά.

her emotional and sexual drives.

οι συναισθηματικές και σεξουαλικές της επιθυμίες.

hormones are the motor of the sexual functions.

οι ορμόνες είναι το κινητήριο των σεξουαλικών λειτουργιών.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now