shins

[US]/ʃɪnz/
[UK]/ʃɪnz/
Frequency: Very High

Translation

n. το μπροστινό μέρος του ποδιού κάτω από το γόνατο
v. να ανεβαίνει ή να ανεβαίνει χρησιμοποιώντας τα γονάτα

Phrases & Collocations

shin guards

προστατευτικά για τους ποδιούς

shin splints

πλαστικά για τους γόνατες

shin injury

τραύμα στο γόνατο

shin pain

πόνος στο γόνατο

shin muscle

μυς του γόνατος

shin bone

οστό του γόνατος

shin stretch

εύρεση του γόνατος

shin exercise

άσκηση γόνατος

shin support

υποστήριγμα γόνατος

shin discomfort

αβολεία στο γόνατο

Example Sentences

he fell and scraped his shins on the pavement.

έπεσε και έσκαψε τα γόνατα του στο πεζοδρόμιο.

she has strong shins from years of running.

έχει ισχυρά γόνατα από χρόνια τρεξίματος.

wearing shin guards is important in soccer.

η χρήση προστατευτικών γονατοσκαρπών είναι σημαντική στο ποδόσφαιρο.

the child bumped his shins against the table.

το παιδί προσκόλλησε τα γόνατα του στο τραπέζι.

he has a tattoo on his left shin.

έχει ένα τατουάζ στο αριστερό γόνατό του.

she applied ice to her sore shins after jogging.

έχρισε πάγο στα πόντους γονατοσκαρπών της μετά από τρέξιμο.

shin splints can be very painful for runners.

τα πόντους γονατοσκαρπών μπορεί να είναι πολύ πονολογικά για τους τρεχτούς.

he wears long socks to protect his shins.

φοράει μακριές κάλτσες για να προστατεύσει τα γόνατα του.

she often massages her shins after a workout.

συχνά μασάζει τα γόνατα της μετά από ένα πρόγραμμα προπόνησης.

he has a scar on his shin from a childhood accident.

έχει μια μάρτυρα στο γόνατό του από ένα παιδικό ατύχημα.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now