shortened version
συντομευμένη έκδοση
shortened form
συντομευμένη μορφή
shortened list
συντομευμένη λίστα
shortened time
συντομευμένος χρόνος
shortened text
συντομευμένο κείμενο
shortened process
συντομευμένη διαδικασία
shortened route
συντομευμένη διαδρομή
shortened explanation
συντομευμένη εξήγηση
shortened schedule
συντομευμένο πρόγραμμα
shortened speech
συντομευμένη ομιλία
the meeting was shortened due to time constraints.
η συνάντηση συντομεύτηκε λόγω περιορισμών χρόνου.
her speech was shortened to fit the schedule.
η ομιλία της συντομεύτηκε για να προσαρμοστεί στο πρόγραμμα.
the article was shortened for clarity.
το άρθρο συντομεύτηκε για αποκλειστικότητα.
they shortened the project timeline significantly.
συντομεύσαν σημαντικά τη χρονική περίοδο του έργου.
the recipe was shortened to save time.
η συνταγή συντομεύτηκε για να αποθηκεύσει χρόνο.
his explanation was shortened but still effective.
η εξήγησή του συντομεύτηκε αλλά παρέμενε αποτελεσματική.
the film was shortened for television broadcast.
το ταινία συντομεύτηκε για την τηλεοπτική μετάδοση.
we shortened the distance by taking a shortcut.
συντομεύσαμε την απόσταση παίρνοντας ένα συντομευτικό δρόμο.
the deadline was shortened unexpectedly.
η προθεσμία συντομεύτηκε απροσδόκητα.
her vacation was shortened because of work commitments.
η διακοπή της συντομεύτηκε λόγω επαγγελματικών υποχρεώσεων.
shortened version
συντομευμένη έκδοση
shortened form
συντομευμένη μορφή
shortened list
συντομευμένη λίστα
shortened time
συντομευμένος χρόνος
shortened text
συντομευμένο κείμενο
shortened process
συντομευμένη διαδικασία
shortened route
συντομευμένη διαδρομή
shortened explanation
συντομευμένη εξήγηση
shortened schedule
συντομευμένο πρόγραμμα
shortened speech
συντομευμένη ομιλία
the meeting was shortened due to time constraints.
η συνάντηση συντομεύτηκε λόγω περιορισμών χρόνου.
her speech was shortened to fit the schedule.
η ομιλία της συντομεύτηκε για να προσαρμοστεί στο πρόγραμμα.
the article was shortened for clarity.
το άρθρο συντομεύτηκε για αποκλειστικότητα.
they shortened the project timeline significantly.
συντομεύσαν σημαντικά τη χρονική περίοδο του έργου.
the recipe was shortened to save time.
η συνταγή συντομεύτηκε για να αποθηκεύσει χρόνο.
his explanation was shortened but still effective.
η εξήγησή του συντομεύτηκε αλλά παρέμενε αποτελεσματική.
the film was shortened for television broadcast.
το ταινία συντομεύτηκε για την τηλεοπτική μετάδοση.
we shortened the distance by taking a shortcut.
συντομεύσαμε την απόσταση παίρνοντας ένα συντομευτικό δρόμο.
the deadline was shortened unexpectedly.
η προθεσμία συντομεύτηκε απροσδόκητα.
her vacation was shortened because of work commitments.
η διακοπή της συντομεύτηκε λόγω επαγγελματικών υποχρεώσεων.
Explore frequently searched vocabulary
Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!
Download DictoGo Now