shorting

[US]/ʃɔ:t/
[UK]/ʃɔrt/
Frequency: Very High

Translation

adj. σύντομος σε απόσταση, χρόνο ή ποσότητα· όχι ψηλός ή μεγάλος
adv. γρήγορα ή απότομα
n. μια μικρή ποσότητα ή περίοδος χρόνου· μια έλλειψη· ένα ηλεκτρικό κύκλωμα που παρακάμπτει ή αποσυνδέει ένα άλλο κύκλωμα.

Phrases & Collocations

in short

ε συνοπτικό

short notice

μικρή προσοχή

short-lived

βραχύβιος

short circuit

βραχυκύκλωμα

short story

μικρή ιστορία

short break

μικρή παύση

short temper

ευερεθιστότητα

shortage of

έλλειψη

short distance

μικρή απόσταση

short of

έλειψη

for short

για συντομία

short time

μικρός χρόνος

short term

βραχυπρόθεσμος

short period

σύντομη περίοδος

short supply

μικρή διαθεσιμότητα

short for

συντομογραφία

short on

έλειψη

cut short

διακόπηκε

short message

σύντομο μήνυμα

fall short

απογοητεύω

fall short of

δεν φτάνει

short life

βραχεία ζωή

short hair

μακρύτερο μαλλί

short in

βραχύς σε

Example Sentences

short and to the point.

Σύντομο και περιεκτικό.

a short bark of laughter.

Ένα σύντομο γέλιο.

a life of short commons.

μια ζωή με λίγη τροφή

a short ferry crossing.

Μια σύντομη διαδρομή με το φέρι.

a short story in prose.

μια σύντομη ιστορία σε πεζά.

a short flight of steps.

μια σύντομη πτήση σκαλοπατιών.

he is short and tubby.

Είναι κοντός και γεροδεμένος.

they were short of provisions.

Έλειπαν τρόφιμα.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now