shovelers

[US]/[ˈʃɒvələ(r)]/
[UK]/[ˈʃɒvələr]/
Frequency: Very High

Translation

n. Άνθρωποι που χρησιμοποιούν μπαλτέρες; εργατικοί που ανασκαπτικούν με μπαλτέρες. Ένας άνθρωπος που απομακρύνει χιόνι με μπαλτέρα. Ένας άνθρωπος που αφαιρεί γη ή άλλο υλικό με μπαλτέρα.

Phrases & Collocations

hiring shovelers

πρόσληψη ανασκαπτών

shoveler's work

το έργο του ανασκαπτή

experienced shovelers

εμπειρογνώμονες ανασκαπτές

shoveler needed

απαιτείται ανασκαπτής

watching shovelers

παρακολούθηση ανασκαπτών

shoveler's tools

τα εργαλεία του ανασκαπτή

helping shovelers

βοήθεια σε ανασκαπτές

thank shovelers

ευχαριστώ τους ανασκαπτές

shoveler shifts

τα περιπάτια του ανασκαπτή

young shovelers

νέοι ανασκαπτές

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now