shrillest

[US]/ʃrɪl/
[UK]/ʃrɪl/
Frequency: Very High

Translation

adj. (για ένα ήχο) ψηλότονος; διαπερνών; με υψηλή συχνότητα. Συγκριτικός: πιο ψηλότονος, πιο ψηλότονος από όλους.

Phrases & Collocations

a shrill voice

μια απότομη φωνή

shrill cry

απότομο κρυστάλλινο φωνάξιμο

shrill laughter

απότομο γέλωμα

a shrill whistle

μια απότομη φωνή από χιονοπέτρα

shrill alarm

απότομος προειδοποιητικός ήχος

Example Sentences

a concession to their shrill demands.

μια χονδροτομία στις απαιτήσεις τους.

the shrill wail of a siren.

το απότομο κραυγή του συρματόσχοινου.

the shrill jangle of the door bell.

το απότομο κρασπέδιο του κουδουνιού της πόρτας.

a shrill scream rent the air.

μια απότομη κραυγή συρραγμένη τον αέρα.

a shrill voice pierced the air.

Μια αισθητή φωνή διείσδυε στον αέρα.

the rising shrill of women's voices.

η αυξανόμενη οξύτητα των γυναικείων φωνών.

She had a shrill high-pitched voice.

Είχε μια απότομη ψηλή φωνή.

a piercing whistle shrilled through the night air.

ένα διαπερνατικό χιονοπαραπέτας έσπρωξε μέσα από το νυχτερινό αέρα.

Lawrence portrays feminists as shrill, humourless, and desexed.

Ο Lawrence παρουσιάζει τις γυναικείας ισότητας ως υπερβολικές, χωρίς χιούμορ και χωρίς ένταση.

catcall :a harsh or shrill call or whistle expressing derision or disapproval.

κατκούλα: ένα απότομο ή ασυνήθιστο κραξίμα ή χιούμα που εκφράζει απόρριψη ή απροσδοκήτο.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now