shrinkages

[US]/[ʃrɪŋkɪdʒz]/
[UK]/[ʃrɪŋkɪdʒz]/

Translation

n. η ποσότητα με την οποία κάτι μειώνεται σε μέγεθος, αριθμό ή εύρος; η μείωση της αξίας περιουσιακών στοιχείων, ιδιαίτερα λόγω φθοράς ή αποτυχίας; το φαινόμενο της συρρίκνωσης; (στην επιχειρηματικότητα) οι απώλειες λόγω κλοπής, βλάβης ή αποσυντέτανσης

Phrases & Collocations

shrinkages reported

αναφορές συρρίκνωσης

shrinkage costs

κόστος συρρίκνωσης

shrinkage allowance

επιτροπή συρρίκνωσης

minimize shrinkages

ελαχιστοποίηση συρρίκνωσης

shrinkage rate

υπολογισμός συρρίκνωσης

shrinkages occur

συρρίκνωση συμβαίνει

shrinkage factor

παράγοντας συρρίκνωσης

preventing shrinkages

πρόληψη συρρίκνωσης

shrinkages impact

επίδραση συρρίκνωσης

shrinkage losses

απώλειες συρρίκνωσης

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now