sidelined

[US]/ˈsaɪdlaɪnd/
[UK]/ˈsaɪdlaɪnd/
Frequency: Very High

Translation

v. να προκαλέσει την αποχώρηση από μια διαγωνιστική διαδικασία; να αποκλείσει από την πρωταρχική δραστηριότητα; να προωθήσει στην πλευρά

Phrases & Collocations

sidelined player

παίκτης που έχει αποκλειστεί

sidelined team

ομάδα που έχει αποκλειστεί

sidelined issue

ζήτημα που έχει αποκλειστεί

sidelined athlete

αθλητής που έχει αποκλειστεί

sidelined project

έργο που έχει αποκλειστεί

sidelined decision

απόφαση που έχει αποκλειστεί

sidelined discussion

συζήτηση που έχει αποκλειστεί

sidelined strategy

στρατηγική που έχει αποκλειστεί

sidelined proposal

πρόταση που έχει αποκλειστεί

sidelined concern

ανησυχία που έχει αποκλειστεί

Example Sentences

he felt sidelined during the meeting.

αισθήθηκε απομακρυσμένος κατά τη συνάντηση.

she was sidelined due to her injury.

απομακρύνθηκε λόγω τραυματισμού της.

the new policy sidelined many employees.

η νέα πολιτική απομάκρυνε πολλούς υπαλλήλους.

he was sidelined from the project team.

απομακρύνθηκε από την ομάδα του έργου.

they felt sidelined by the management's decisions.

αισθήθηκαν απομακρυσμένοι από τις αποφάσεις της διοίκησης.

after the scandal, she was sidelined in her career.

μετά το σκάνδαλο, απομακρύνθηκε από την καριέρα της.

the report sidelined important issues.

το αναφορικό έγγραφο απομάκρυνε σημαντικά θέματα.

he was sidelined in favor of a more experienced candidate.

απομακρύνθηκε υπέρ ενός πιο εμπειρικού υποψήφιου.

being sidelined can affect team morale.

να απομακρυνθεί κάποιος μπορεί να επηρεάσει την πνευματική δύναμη της ομάδας.

the athlete felt sidelined after the coach's decision.

ο αθλητής αισθήθηκε απομακρυσμένος μετά την απόφαση του προπονητή.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now