she simpers
αυτή χαμογελάει
he simpers
αυτός χαμογελάει
they simper
αυτοί χαμογελάνε
always simpers
πάντα χαμογελάει
just simpers
απλώς χαμογελάει
she simpers sweetly
αυτή χαμογελάει γλυκά
he simpers shyly
αυτός χαμογελάει περιφρονητικά
they simper innocently
αυτοί χαμογελάνε αθώα
often simpers
συχνά χαμογελάει
simper with joy
χαμογελάει με χαρά
she always simpers when she meets someone new.
αυτή χαμογελάει πάντα όταν συναντά κάποιον νέο.
his simpers made everyone feel uncomfortable.
τα χαμογελάκια του έκαναν όλους να νιώθουν άβολα.
the actress simpers at the camera during the photoshoot.
η ηθοποιός χαμογελάει στην κάμερα κατά τη διάρκεια της φωτογραφικής σειράς.
she simpers in a way that seems insincere.
χαμογελάει με έναν τρόπο που φαίνεται αυθαίρετος.
he can't help but simper when complimented.
δεν μπορεί να αντισταθεί στο να χαμογελάει όταν του κάποιος αποτιμάει.
the child simpers at her mother's jokes.
το παιδί χαμογελάει στις παρεμβάσεις της μητέρας του.
she simpers, trying to hide her embarrassment.
χαμογελάει, προσπαθώντας να κρύψει την ανασφαλσία της.
he simpers, hoping to win her affection.
χαμογελάει, ελπίζοντας να κερδίσει την αγάπη της.
the politician simpers at the crowd, trying to gain support.
ο πολιτικός χαμογελάει στο συγκεντρωμένο κοινό, προσπαθώντας να κερδίσει υποστήριξη.
she can't stop simpering during the awkward silence.
δεν μπορεί να σταματήσει να χαμογελάει κατά την αβολίτα σιωπή.
she simpers
αυτή χαμογελάει
he simpers
αυτός χαμογελάει
they simper
αυτοί χαμογελάνε
always simpers
πάντα χαμογελάει
just simpers
απλώς χαμογελάει
she simpers sweetly
αυτή χαμογελάει γλυκά
he simpers shyly
αυτός χαμογελάει περιφρονητικά
they simper innocently
αυτοί χαμογελάνε αθώα
often simpers
συχνά χαμογελάει
simper with joy
χαμογελάει με χαρά
she always simpers when she meets someone new.
αυτή χαμογελάει πάντα όταν συναντά κάποιον νέο.
his simpers made everyone feel uncomfortable.
τα χαμογελάκια του έκαναν όλους να νιώθουν άβολα.
the actress simpers at the camera during the photoshoot.
η ηθοποιός χαμογελάει στην κάμερα κατά τη διάρκεια της φωτογραφικής σειράς.
she simpers in a way that seems insincere.
χαμογελάει με έναν τρόπο που φαίνεται αυθαίρετος.
he can't help but simper when complimented.
δεν μπορεί να αντισταθεί στο να χαμογελάει όταν του κάποιος αποτιμάει.
the child simpers at her mother's jokes.
το παιδί χαμογελάει στις παρεμβάσεις της μητέρας του.
she simpers, trying to hide her embarrassment.
χαμογελάει, προσπαθώντας να κρύψει την ανασφαλσία της.
he simpers, hoping to win her affection.
χαμογελάει, ελπίζοντας να κερδίσει την αγάπη της.
the politician simpers at the crowd, trying to gain support.
ο πολιτικός χαμογελάει στο συγκεντρωμένο κοινό, προσπαθώντας να κερδίσει υποστήριξη.
she can't stop simpering during the awkward silence.
δεν μπορεί να σταματήσει να χαμογελάει κατά την αβολίτα σιωπή.
Explore frequently searched vocabulary
Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!
Download DictoGo Now