simpers

[US]/ˈsɪmpəz/
[UK]/ˈsɪmpərz/
Frequency: Very High

Translation

n. πληθυσμός του simper; ένα ασυνήθιστο ή παραποιημένο χαμόγελο
v. τρίτη πρόσωπο του simper; να χαμογελάει με ασυνήθιστο ή παραποιημένο τρόπο

Phrases & Collocations

she simpers

αυτή χαμογελάει

he simpers

αυτός χαμογελάει

they simper

αυτοί χαμογελάνε

always simpers

πάντα χαμογελάει

just simpers

απλώς χαμογελάει

she simpers sweetly

αυτή χαμογελάει γλυκά

he simpers shyly

αυτός χαμογελάει περιφρονητικά

they simper innocently

αυτοί χαμογελάνε αθώα

often simpers

συχνά χαμογελάει

simper with joy

χαμογελάει με χαρά

Example Sentences

she always simpers when she meets someone new.

αυτή χαμογελάει πάντα όταν συναντά κάποιον νέο.

his simpers made everyone feel uncomfortable.

τα χαμογελάκια του έκαναν όλους να νιώθουν άβολα.

the actress simpers at the camera during the photoshoot.

η ηθοποιός χαμογελάει στην κάμερα κατά τη διάρκεια της φωτογραφικής σειράς.

she simpers in a way that seems insincere.

χαμογελάει με έναν τρόπο που φαίνεται αυθαίρετος.

he can't help but simper when complimented.

δεν μπορεί να αντισταθεί στο να χαμογελάει όταν του κάποιος αποτιμάει.

the child simpers at her mother's jokes.

το παιδί χαμογελάει στις παρεμβάσεις της μητέρας του.

she simpers, trying to hide her embarrassment.

χαμογελάει, προσπαθώντας να κρύψει την ανασφαλσία της.

he simpers, hoping to win her affection.

χαμογελάει, ελπίζοντας να κερδίσει την αγάπη της.

the politician simpers at the crowd, trying to gain support.

ο πολιτικός χαμογελάει στο συγκεντρωμένο κοινό, προσπαθώντας να κερδίσει υποστήριξη.

she can't stop simpering during the awkward silence.

δεν μπορεί να σταματήσει να χαμογελάει κατά την αβολίτα σιωπή.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now