skeptics

[ΗΠΑ]/[ˈskeptɪks]/
[ΗΒ]/[ˈskepˌtɪks]/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

n. Άτομα που αμφισβητούν ή αμφιβάλουν για πράγματα· Ένας άνθρωπος που τείνει να αμφισβητεί ή να αμφιβάλει.
n. (πληθυντικός) Μια ομάδα ανθρώπων που αμφισβητούν ή αμφιβάλουν για πράγματα.

Φράσεις & Συνηθισμένοι Συνδυασμοί

dismissing skeptics

απορρίπτοντας τους δύστακτες

addressing skeptics

αντιμετωπίζοντας τους δύστακτες

satisfying skeptics

ικανοποιώντας τους δύστακτες

appeasing skeptics

καλμνεύοντας τους δύστακτες

convincing skeptics

πειθώντας τους δύστακτες

challenging skeptics

προκαλώντας τους δύστακτες

ignoring skeptics

αγνοώντας τους δύστακτες

skeptics remain

οι δύστακτες παραμένουν

skeptics argue

οι δύστακτες διαφωνούν

skeptics doubt

οι δύστακτες αμφιβάλλουν

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα