slackings

[US]/ˈslækɪŋ/
[UK]/ˈslækɪŋ/
Frequency: Very High

Translation

v. να είναι αδύνατος ή να καταπιέζεται; να επιβραδύνεται; να χαλαρώνει ή να ελαττώνεται

Phrases & Collocations

slacking off

να αδιαφορείς

stop slacking

σταματήστε να αδιαφορείτε

slacking behavior

συμπεριφορά αδιαφορίας

slacking in work

αδιαφορία στην εργασία

slacking team

ομάδα αδιαφορίας

slacking off tasks

αδιαφορία σε καθήκοντα

slacking attitude

προσέγγιση αδιαφορίας

avoid slacking

αποφύγετε την αδιαφορία

slacking habits

συνήθειες αδιαφορίας

slacking performance

απόδοση αδιαφορίας

Example Sentences

he is always slacking off at work.

είναι πάντα αδιάφορος στη δουλειά του.

stop slacking and start studying for your exams.

σταματήστε να αδιαφορείτε και ξεκινήστε να μελετάτε για τις εξετάσεις σας.

she got in trouble for slacking during the project.

προκλήθηκε πρόβλημα για την αδιαφορία της κατά τη διάρκεια του έργου.

slacking can lead to missed deadlines.

η αδιαφορία μπορεί να οδηγήσει σε αποτυχία στην παράδοση.

he was accused of slacking off during team meetings.

του καταγγέλθηκε ότι αδιαφορούσε κατά τις συναντήσεις της ομάδας.

don't get caught slacking when the boss is around.

μην συλλαμβάνεται να αδιαφορείς όταν ο επιβεβλημένος είναι γύρω.

she realized she had been slacking in her fitness routine.

έκανε την αντίληψη ότι είχε αδιαφορήσει στην άσκησή της.

slacking off at the gym won't help you reach your goals.

η αδιαφορία στο γυμναστήριο δεν θα σας βοηθήσει να φτάσετε στους στόχους σας.

he was warned about slacking in his responsibilities.

του ειδοποιήθηκε για την αδιαφορία του στις υποχρεώσεις του.

slacking during training could cost you the competition.

η αδιαφορία κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας μπορεί να σας κοστίσει τον αγώνα.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now