slandered in public
προσβλήθηκε δημοσίως
slandered by peers
προσβλήθηκε από συνάδελφους
slandered without proof
προσβλήθηκε χωρίς απόδειξη
slandered in court
προσβλήθηκε στο δικαστήριο
slandered by enemies
προσβλήθηκε από εχθρούς
slandered repeatedly
προσβλήθηκε επανειλημμένα
slandered unfairly
προσβλήθηκε αναίσθητα
slandered and attacked
προσβλήθηκε και επιτέθηκαν
he was slandered by his rivals during the campaign.
έχοντας επιτεθεί από τους ανταγωνιστές του κατά την εκστρατεία.
she felt deeply hurt after being slandered by her colleagues.
νιώθοντας βαθιά τραυματισμένη μετά τον επιτιθέμενο της από τους συνάδελφους της.
it's illegal to slander someone without evidence.
είναι παράνομο να επιτίθεται κάποιος σε κάποιον χωρίς απόδειξη.
they slandered his character to ruin his reputation.
επιτέθηκαν στο χαρακτήρα του για να καταστρέψουν την φήμη του.
she was slandered in the media for her controversial views.
επιτέθηκαν σε αυτήν στα Μέσα Ενημέρωσης για τις επανειλημμένες απόψεις της.
he decided to sue those who slandered him online.
αποφάσισε να αποζημιώσει εκείνους που τον επιτιθέται στο διαδίκτυο.
being slandered can have serious emotional effects.
να επιτεθεί κάποιος μπορεί να έχει σοβαρές ψυχολογικές επιπτώσεις.
they tried to slander her but she stood strong.
προσπάθησαν να την επιτεθούν αλλά αυτή διατήρησε την αντοχή της.
he was slandered for speaking out against corruption.
επιτέθηκαν σε αυτόν για να μιλήσει ενάντια στην διαφθορά.
many public figures have been slandered in the tabloids.
πολλοί δημόσιοι πρόσωποι έχουν επιτεθεί στα ταβλόιδ.
slandered in public
προσβλήθηκε δημοσίως
slandered by peers
προσβλήθηκε από συνάδελφους
slandered without proof
προσβλήθηκε χωρίς απόδειξη
slandered in court
προσβλήθηκε στο δικαστήριο
slandered by enemies
προσβλήθηκε από εχθρούς
slandered repeatedly
προσβλήθηκε επανειλημμένα
slandered unfairly
προσβλήθηκε αναίσθητα
slandered and attacked
προσβλήθηκε και επιτέθηκαν
he was slandered by his rivals during the campaign.
έχοντας επιτεθεί από τους ανταγωνιστές του κατά την εκστρατεία.
she felt deeply hurt after being slandered by her colleagues.
νιώθοντας βαθιά τραυματισμένη μετά τον επιτιθέμενο της από τους συνάδελφους της.
it's illegal to slander someone without evidence.
είναι παράνομο να επιτίθεται κάποιος σε κάποιον χωρίς απόδειξη.
they slandered his character to ruin his reputation.
επιτέθηκαν στο χαρακτήρα του για να καταστρέψουν την φήμη του.
she was slandered in the media for her controversial views.
επιτέθηκαν σε αυτήν στα Μέσα Ενημέρωσης για τις επανειλημμένες απόψεις της.
he decided to sue those who slandered him online.
αποφάσισε να αποζημιώσει εκείνους που τον επιτιθέται στο διαδίκτυο.
being slandered can have serious emotional effects.
να επιτεθεί κάποιος μπορεί να έχει σοβαρές ψυχολογικές επιπτώσεις.
they tried to slander her but she stood strong.
προσπάθησαν να την επιτεθούν αλλά αυτή διατήρησε την αντοχή της.
he was slandered for speaking out against corruption.
επιτέθηκαν σε αυτόν για να μιλήσει ενάντια στην διαφθορά.
many public figures have been slandered in the tabloids.
πολλοί δημόσιοι πρόσωποι έχουν επιτεθεί στα ταβλόιδ.
Explore frequently searched vocabulary
Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!
Download DictoGo Now