slotting

[US]/ˈslɒtɪŋ/
[UK]/ˈslɔːtɪŋ/
Frequency: Very High

Translation

n. η πράξη της δημιουργίας μιας ρωγμής ή οπής
v. να δημιουργεί μια στενή άνοιγμα σε κάτι; να καταλαμβάνει μια θέση

Phrases & Collocations

slotting machine

μηχανή σλοτινγκ

slotting process

διαδικασία σλοτινγκ

slotting tools

εργαλεία σλοτινγκ

slotting technique

τεχνική σλοτινγκ

slotting system

σύστημα σλοτινγκ

slotting operation

λειτουργία σλοτινγκ

slotting area

περιοχή σλοτινγκ

slotting layout

διάταξη σλοτινγκ

slotting design

σχεδιασμός σλοτινγκ

slotting guide

οδηγός σλοτινγκ

Example Sentences

slotting items into the shelf can save space.

Η τοποθέτηση προϊόντων στις συσκευασίες μπορεί να αποθηκεύσει χώρο.

the team is responsible for slotting the new products.

Ο ομάδα είναι υπεύθυνη για την τοποθέτηση των νέων προϊόντων.

efficient slotting improves warehouse operations.

Η αποτελεσματική τοποθέτηση βελτιώνει τις λειτουργίες του αποθηκευτικού χώρου.

we need to review the slotting process regularly.

Χρειαζόμαστε να επιθεωρούμε τη διαδικασία τοποθέτησης κανονικά.

slotting can help reduce picking time.

Η τοποθέτηση μπορεί να βοηθήσει στη μείωση του χρόνου επιλογής.

they are optimizing the slotting strategy for better efficiency.

Οι επιβεβαιώνουν τη στρατηγική τοποθέτησης για καλύτερη αποδοτικότητα.

proper slotting is essential for inventory management.

Η σωστή τοποθέτηση είναι απαραίτητη για τη διαχείριση αποθεμάτων.

slotting software can streamline the process.

Το λογισμικό τοποθέτησης μπορεί να απλοποιήσει τη διαδικασία.

we are implementing a new slotting layout.

Εφαρμόζουμε μια νέα διάταξη τοποθέτησης.

understanding slotting principles can enhance productivity.

Η κατανόηση των αρχών τοποθέτησης μπορεί να ενισχύσει την παραγωγικότητα.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now