slurping noodles
καταπιέζοντας μακαρονιά
slurping soup
καταπιέζοντας κολούρι
slurping sound
ήχος καταπιέσματος
slurping drink
καταπιέζοντας ποτό
slurping coffee
καταπιέζοντας καφέ
slurping spaghetti
καταπιέζοντας σπαγγέτι
slurping tea
καταπιέζοντας τσάι
slurping ice cream
καταπιέζοντας παγωτό
slurping broth
καταπιέζοντας υγρό
slurping beverage
καταπιέζοντας ποτό
he was slurping his noodles loudly at the restaurant.
εκείνος έκανε χυματισμό στα μακαρόνια του υπερβολικά θορυβώδως στο εστιατόριο.
she couldn't help but start slurping her soup.
εκείνη δεν μπόρεσε να αντισταθεί και άρχισε να κάνει χυματισμό στο κούρδουμά της.
the children were slurping their ice cream on a hot day.
τα παιδιά έκαναν χυματισμό στα παγωτά τους σε ένα ζέστη καιρό.
he was slurping his drink through a straw.
εκείνος έκανε χυματισμό στο ποτό του μέσω μιας σωλήνας.
they were slurping their coffee as they chatted.
εκείνοι έκαναν χυματισμό στο καφέ τους ενώ συζητούσαν.
slurping is considered rude in some cultures.
ο χυματισμός θεωρείται ακατάλληλος σε κάποιες πολιτιστικές ομάδες.
she caught him slurping his cereal in the morning.
εκείνη τον πιάσε το πρωί να κάνει χυματισμό στο γιαούρτι του.
the sound of slurping filled the room.
το ήχος του χυματισμού γέμισε το δωμάτιο.
he slurped his tea, enjoying every sip.
εκείνος έκανε χυματισμό στο τσάι του, απολαμβάνοντας κάθε γουλιά.
slurping can be a sign of appreciation in some cuisines.
ο χυματισμός μπορεί να είναι ένδειξη εκτίμησης σε κάποιες κουζίνες.
slurping noodles
καταπιέζοντας μακαρονιά
slurping soup
καταπιέζοντας κολούρι
slurping sound
ήχος καταπιέσματος
slurping drink
καταπιέζοντας ποτό
slurping coffee
καταπιέζοντας καφέ
slurping spaghetti
καταπιέζοντας σπαγγέτι
slurping tea
καταπιέζοντας τσάι
slurping ice cream
καταπιέζοντας παγωτό
slurping broth
καταπιέζοντας υγρό
slurping beverage
καταπιέζοντας ποτό
he was slurping his noodles loudly at the restaurant.
εκείνος έκανε χυματισμό στα μακαρόνια του υπερβολικά θορυβώδως στο εστιατόριο.
she couldn't help but start slurping her soup.
εκείνη δεν μπόρεσε να αντισταθεί και άρχισε να κάνει χυματισμό στο κούρδουμά της.
the children were slurping their ice cream on a hot day.
τα παιδιά έκαναν χυματισμό στα παγωτά τους σε ένα ζέστη καιρό.
he was slurping his drink through a straw.
εκείνος έκανε χυματισμό στο ποτό του μέσω μιας σωλήνας.
they were slurping their coffee as they chatted.
εκείνοι έκαναν χυματισμό στο καφέ τους ενώ συζητούσαν.
slurping is considered rude in some cultures.
ο χυματισμός θεωρείται ακατάλληλος σε κάποιες πολιτιστικές ομάδες.
she caught him slurping his cereal in the morning.
εκείνη τον πιάσε το πρωί να κάνει χυματισμό στο γιαούρτι του.
the sound of slurping filled the room.
το ήχος του χυματισμού γέμισε το δωμάτιο.
he slurped his tea, enjoying every sip.
εκείνος έκανε χυματισμό στο τσάι του, απολαμβάνοντας κάθε γουλιά.
slurping can be a sign of appreciation in some cuisines.
ο χυματισμός μπορεί να είναι ένδειξη εκτίμησης σε κάποιες κουζίνες.
Explore frequently searched vocabulary
Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!
Download DictoGo Now