slurpings

[US]/ˈslɜːpɪŋ/
[UK]/ˈslɜrpɪŋ/
Frequency: Very High

Translation

v. το πραγμα του να κάνεις ένα ξεχωριστό ήχο κατά τη διάρκεια της τροφοαναλωσης ή της πόσης

Phrases & Collocations

slurping noodles

καταπιέζοντας μακαρονιά

slurping soup

καταπιέζοντας κολούρι

slurping sound

ήχος καταπιέσματος

slurping drink

καταπιέζοντας ποτό

slurping coffee

καταπιέζοντας καφέ

slurping spaghetti

καταπιέζοντας σπαγγέτι

slurping tea

καταπιέζοντας τσάι

slurping ice cream

καταπιέζοντας παγωτό

slurping broth

καταπιέζοντας υγρό

slurping beverage

καταπιέζοντας ποτό

Example Sentences

he was slurping his noodles loudly at the restaurant.

εκείνος έκανε χυματισμό στα μακαρόνια του υπερβολικά θορυβώδως στο εστιατόριο.

she couldn't help but start slurping her soup.

εκείνη δεν μπόρεσε να αντισταθεί και άρχισε να κάνει χυματισμό στο κούρδουμά της.

the children were slurping their ice cream on a hot day.

τα παιδιά έκαναν χυματισμό στα παγωτά τους σε ένα ζέστη καιρό.

he was slurping his drink through a straw.

εκείνος έκανε χυματισμό στο ποτό του μέσω μιας σωλήνας.

they were slurping their coffee as they chatted.

εκείνοι έκαναν χυματισμό στο καφέ τους ενώ συζητούσαν.

slurping is considered rude in some cultures.

ο χυματισμός θεωρείται ακατάλληλος σε κάποιες πολιτιστικές ομάδες.

she caught him slurping his cereal in the morning.

εκείνη τον πιάσε το πρωί να κάνει χυματισμό στο γιαούρτι του.

the sound of slurping filled the room.

το ήχος του χυματισμού γέμισε το δωμάτιο.

he slurped his tea, enjoying every sip.

εκείνος έκανε χυματισμό στο τσάι του, απολαμβάνοντας κάθε γουλιά.

slurping can be a sign of appreciation in some cuisines.

ο χυματισμός μπορεί να είναι ένδειξη εκτίμησης σε κάποιες κουζίνες.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now