smirking

[US]/ˈsmɜːkɪŋ/
[UK]/ˈsmɜrkɪŋ/
Frequency: Very High

Translation

v. το παραγωγικό της λέξης smirk; να χαμογελάς; να χαμογελάς με έναν ασυνήθιστο τρόπο
n. ένα χαμόγελο; ένα ασυνήθιστο χαμόγελο

Phrases & Collocations

smirking face

χιουμιά έκφραση

smirking smile

χιουμιά χαμόγελο

smirking look

χιουμιά βλέμμα

smirking comment

χιουμιά σχόλιο

smirking tone

χιουμιά τόνος

smirking remark

χιουμιά παρατήρηση

smirking attitude

χιουμιά στάση

smirking gesture

χιουμιά κίνηση

smirking eyes

χιουμιά μάτια

smirking reply

χιουμιά απάντηση

Example Sentences

he was smirking after winning the game.

είχε χαμογελάσει μετά από τη νίκη του στο παιχνίδι.

she couldn't help smirking at his silly mistake.

δεν μπόρεσε να αντισταθεί στο χαμόγελο από το ασυνήθιστο λάθος του.

the villain was smirking as he revealed his plan.

ο διαβολικός ήταν χαμογελαστός όταν έκανε γνωστό το σχέδιό του.

he walked in smirking, knowing he was right.

περπάτησε μέσα χαμογελώντας, γνωρίζοντας ότι είχε δίκιο.

she gave a smirking glance at her rival.

έδωσε ένα χαμογελαστό βλέμμα στον αντίπαλό της.

smirking, he accepted the challenge.

χαμογελώντας, αποδέχτηκε την πρόκληση.

the teacher caught him smirking during the lecture.

ο δάσκαλος τον πιάνει να χαμογελάει κατά τη διάρκεια της διδασκαλίας.

she was smirking, feeling proud of her accomplishment.

ήταν χαμογελαστή, νιώθοντας ότι είναι υπερήφανη για την επίτευξή της.

he couldn't stop smirking at the joke.

δεν μπόρεσε να σταματήσει να χαμογελάει από την αστικότητα.

with a smirking expression, he told her the news.

με ένα χαμογελαστό πρόσωπο, της είπε τις ειδήσεις.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now