sniffling

[US]/ˈsnɪflɪŋ/
[UK]/ˈsnɪflɪŋ/
Frequency: Very High

Translation

v. το αναπνέω απότομα μέσω του μύτη; να κλαίει ή να πνίγεται από την ησυχία

Phrases & Collocations

sniffling child

παιδί που συνεχίζει να συρριπτίζεται

sniffling sound

ήχος συρριπτίζοντος

sniffling nose

συρριπτίζοντας μύτη

sniffling quietly

συρριπτίζοντας ήπια

sniffling tears

δάκρυα συρριπτίζοντας

sniffling baby

βρέφος που συνεχίζει να συρριπτίζεται

sniffling loudly

συρριπτίζοντας έντονα

sniffling person

άτομο που συνεχίζει να συρριπτίζεται

sniffling noise

περιστροφή συρριπτίζοντος

sniffling fit

συρριπτίζοντας επεισόδιο

Example Sentences

the child was sniffling quietly in the corner.

το παιδί έκανε πειραγμό απαλά στη γωνιά.

she was sniffling after catching a cold.

έκανε πειραγμό μετά από το να έχει πιάσει ψυχρού.

he tried to hide his sniffling during the sad movie.

προσπάθησε να κρύψει τον πειραγμό του κατά τη διάρκεια της δυστυχισμένης ταινίας.

the dog was sniffling around the yard.

το σκυλί έκανε πειραγμό γύρω από το χωράφι.

she noticed him sniffling and offered him a tissue.

της προσέχθηκε ότι έκανε πειραγμό και του πρόσφερε ένα παπούκλι.

after the argument, he was left sniffling alone.

μετά τη συνομιλία, το άφησαν να έκανε πειραγμό μόνος του.

the baby started sniffling when it woke up.

το βρέφος έκανε ξαφνικά πειραγμό όταν ξυπνήθηκε.

she could hear him sniffling from the other room.

μπορούσε να ακούει τον πειραγμό του από το άλλο δωμάτιο.

sniffling, he explained why he was upset.

πειραγμένος, εξήγησε γιατί ήταν απογοητευμένος.

the cold air made her start sniffling.

το κρύο αέρα την έκανε να ξεκινήσει να πειραγμό.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now