snivelling

[US]/ˈsnɪv.əl.ɪŋ/
[UK]/ˈsnɪv.əl.ɪŋ/
Frequency: Very High

Translation

v. η πράξη του κλαίγματος ή της αναφωνήσεως με αδύνατο ή ενοχλητικό τρόπο

Phrases & Collocations

snivelling child

παρασιτικό παιδί

snivelling complaint

παρασιτική παραγγελία

snivelling tone

παρασιτικός τόνος

snivelling voice

παρασιτική φωνή

snivelling excuse

παρασιτική ευθύνη

snivelling brat

παρασιτικό παιδί

snivelling coward

παρασιτικός τρομοκράτης

snivelling apology

παρασιτική ευχαριστία

snivelling whimper

παρασιτικός βομβαρδισμός

Example Sentences

he was snivelling after losing the game.

εκείνος έκανε στάλγμα μετά από την ήττα του στο παιχνίδι.

she couldn't stop snivelling during the sad movie.

εκείνη δεν μπόρεσε να σταματήσει το στάλγμα κατά τη διάρκεια του λυπηρού ταινίας.

the child was snivelling for his lost toy.

το παιδί έκανε στάλγμα για το χαμένο του παιχνίδι.

he sat there snivelling, feeling sorry for himself.

εκείνος έμενε εκεί να κάνει στάλγμα, νιώχοντας λυπηρός για τον εαυτό του.

she heard him snivelling in the corner.

εκείνη τον ακούγεται να κάνει στάλγμα στη γωνιά.

stop snivelling and start taking action.

σταματήστε να κάνετε στάλγμα και ξεκινήστε να παίρνετε δράση.

his snivelling complaints annoyed everyone.

τα στάλγματα του ερεθίζαν όλους.

after the argument, he was left snivelling alone.

μετά τη συνομιλία, τον άφησαν να κάνει στάλγμα μόνο του.

she tried to hide her snivelling behind a tissue.

εκείνη προσπάθησε να κρύψει το στάλγμα της πίσω από ένα χαρτομάντιλο.

his snivelling voice made it hard to understand him.

η φωνή του στάλγματος του έκανε δύσκολο να τον καταλάβει κανείς.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now