snivelling child
παρασιτικό παιδί
snivelling complaint
παρασιτική παραγγελία
snivelling tone
παρασιτικός τόνος
snivelling voice
παρασιτική φωνή
snivelling excuse
παρασιτική ευθύνη
snivelling brat
παρασιτικό παιδί
snivelling coward
παρασιτικός τρομοκράτης
snivelling apology
παρασιτική ευχαριστία
snivelling whimper
παρασιτικός βομβαρδισμός
he was snivelling after losing the game.
εκείνος έκανε στάλγμα μετά από την ήττα του στο παιχνίδι.
she couldn't stop snivelling during the sad movie.
εκείνη δεν μπόρεσε να σταματήσει το στάλγμα κατά τη διάρκεια του λυπηρού ταινίας.
the child was snivelling for his lost toy.
το παιδί έκανε στάλγμα για το χαμένο του παιχνίδι.
he sat there snivelling, feeling sorry for himself.
εκείνος έμενε εκεί να κάνει στάλγμα, νιώχοντας λυπηρός για τον εαυτό του.
she heard him snivelling in the corner.
εκείνη τον ακούγεται να κάνει στάλγμα στη γωνιά.
stop snivelling and start taking action.
σταματήστε να κάνετε στάλγμα και ξεκινήστε να παίρνετε δράση.
his snivelling complaints annoyed everyone.
τα στάλγματα του ερεθίζαν όλους.
after the argument, he was left snivelling alone.
μετά τη συνομιλία, τον άφησαν να κάνει στάλγμα μόνο του.
she tried to hide her snivelling behind a tissue.
εκείνη προσπάθησε να κρύψει το στάλγμα της πίσω από ένα χαρτομάντιλο.
his snivelling voice made it hard to understand him.
η φωνή του στάλγματος του έκανε δύσκολο να τον καταλάβει κανείς.
snivelling child
παρασιτικό παιδί
snivelling complaint
παρασιτική παραγγελία
snivelling tone
παρασιτικός τόνος
snivelling voice
παρασιτική φωνή
snivelling excuse
παρασιτική ευθύνη
snivelling brat
παρασιτικό παιδί
snivelling coward
παρασιτικός τρομοκράτης
snivelling apology
παρασιτική ευχαριστία
snivelling whimper
παρασιτικός βομβαρδισμός
he was snivelling after losing the game.
εκείνος έκανε στάλγμα μετά από την ήττα του στο παιχνίδι.
she couldn't stop snivelling during the sad movie.
εκείνη δεν μπόρεσε να σταματήσει το στάλγμα κατά τη διάρκεια του λυπηρού ταινίας.
the child was snivelling for his lost toy.
το παιδί έκανε στάλγμα για το χαμένο του παιχνίδι.
he sat there snivelling, feeling sorry for himself.
εκείνος έμενε εκεί να κάνει στάλγμα, νιώχοντας λυπηρός για τον εαυτό του.
she heard him snivelling in the corner.
εκείνη τον ακούγεται να κάνει στάλγμα στη γωνιά.
stop snivelling and start taking action.
σταματήστε να κάνετε στάλγμα και ξεκινήστε να παίρνετε δράση.
his snivelling complaints annoyed everyone.
τα στάλγματα του ερεθίζαν όλους.
after the argument, he was left snivelling alone.
μετά τη συνομιλία, τον άφησαν να κάνει στάλγμα μόνο του.
she tried to hide her snivelling behind a tissue.
εκείνη προσπάθησε να κρύψει το στάλγμα της πίσω από ένα χαρτομάντιλο.
his snivelling voice made it hard to understand him.
η φωνή του στάλγματος του έκανε δύσκολο να τον καταλάβει κανείς.
Explore frequently searched vocabulary
Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!
Download DictoGo Now