snorkeling

[US]/ˈsnɔːkəlɪŋ/
[UK]/ˈsnɔrkəlɪŋ/
Frequency: Very High

Translation

v. η πράξη του κολυμπήματος με ρευστό
n. η δραστηριότητα του κολυμπήματος υπό νερό με ρευστό
Word Forms

Phrases & Collocations

snorkeling gear

εξοπλισμός δύσεως

snorkeling trip

ταξίδι δύσεως

snorkeling tour

τουρ σκοποβολίας

snorkeling adventure

περιπέτεια σκοποβολίας

snorkeling experience

εμπειρία σκοποβολίας

snorkeling spot

σημείο σκοποβολίας

snorkeling session

συνάντηση σκοποβολίας

snorkeling class

μάθημα σκοποβολίας

snorkeling location

τοποθεσία σκοποβολίας

snorkeling safety

ασφάλεια σκοποβολίας

Example Sentences

we went snorkeling in the crystal-clear waters.

πήγαμε να κολυμπήσουμε στις κρυσταλινές νερά.

snorkeling allows you to explore underwater life.

το να κολυμπάς επιτρέπει να εξερευνήσεις τη ζωή κάτω από την επιφάνεια του νερού.

she bought a new mask for snorkeling.

αγόρασε μια νέα μάσκα για να κολυμπάει.

snorkeling is a fun activity for the whole family.

το να κολυμπάς είναι μια διασκεδαστική δραστηριότητα για ολή την οικογένεια.

he loves snorkeling during his vacations.

τον αγαπάει να κολυμπάει κατά τις διακοπές του.

we saw colorful fish while snorkeling.

βλέπαμε χρωματιστούς ψαριούς ενώ κολυμπούσαμε.

snorkeling gear can be rented at the beach.

το εξοπλισμός για να κολυμπάς μπορεί να ενοικιαστεί στην παραλία.

she took a snorkeling lesson before the trip.

πήρε μια διδασκαλία να κολυμπάει πριν από την ταξίδια.

snorkeling is a great way to relax and enjoy nature.

το να κολυμπάς είναι μια υπέροχη μέθοδος για να χαλαρώσεις και να απολαύσεις τη φύση.

they encountered a sea turtle while snorkeling.

συναντήθηκαν με μια θαλάσσια χελωνιά ενώ κολυμπούσαν.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now