snorled

[US]/[snɔːld]/
[UK]/[snɔːrld]/

Translation

v. (παρατακτική του snor) Να χαλαστρίζει.
v. Να χαλαστρίζει έντονα.

Phrases & Collocations

snorled the bear.

Γκρινιάζει η αρχιπατριάρχης.

snorled in sleep.

Γκρινιάζει κατά τον ύπνο της.

snorled and slept.

Γκρινιάζει και κοιμάται.

Example Sentences

the bear snorled deeply as it settled down for a nap.

Η καμπαρούλα χειροκρατούσε βαθιά όταν έκαθονταν για να κοιμηθεί.

he snorled loudly throughout the entire movie.

Εχειροκρατούσε θόρυβο σε όλη τη διάρκεια του ταινίας.

exhausted from the hike, she snorled in her sleep.

Εξαντλημένη από την περπάτημα, εχειροκρατούσε κατά τον ύπνο της.

the old man snorled contentedly in his armchair.

Ο γέρος εχειροκρατούσε ικανοποιημένα στην πολυθρόνα του.

my roommate snorled so loudly i couldn't concentrate.

Ο συμμέτοχος μου εχειροκρατούσε τόσο θόρυβο που δεν μπορούσα να συγκεντρωθώ.

the dog snorled softly while dreaming of chasing squirrels.

Το σκύλος εχειροκρατούσε απαλά ενώ όνειρο από την κυνηγητό των τσιριών.

after a large meal, he began to snorled.

Μετά από μια μεγάλη γεύση, ξεκίνησε να εχειροκρατεί.

she warned him about his habit of snorled during meetings.

Του ειδοποιήσε τον για τη συνήθεια του να εχειροκρατεί κατά τις συναντήσεις.

the baby snorled occasionally, much to her mother's amusement.

Το βρέφος εχειροκρατούσε από καιρό σε καιρό, πολύ στην χαρά της μητέρας του.

he snorled and mumbled in his sleep, a common occurrence.

Εχειροκρατούσε και μουγκρούσε κατά τον ύπνο του, ένα συνηθισμένο γεγονός.

despite the noise, the cat continued to snorled peacefully.

Παρά τον θόρυβο, η γάτα συνέχισε να εχειροκρατεί ειρηνικά.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now