social

[ΗΠΑ]/'səʊʃ(ə)l/
[ΗΒ]/'soʃl/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

adj. που αφορά την κοινωνία ή την οργάνωσή της· που σχετίζεται ή περιλαμβάνει δραστηριότητες στις οποίες οι άνθρωποι συναντιούνται και περνούν χρόνο μαζί
n. μια συγκέντρωση ανθρώπων για κοινωνικούς σκοπούς
Word Forms
Pluralsocials

Φράσεις & Συνηθισμένοι Συνδυασμοί

social media

κοινωνικά μέσα ενημέρωσης

social network

κοινωνικό δίκτυο

social interaction

κοινωνική αλληλεπίδραση

social distancing

κοινωνική απόσταση

social responsibility

κοινωνική ευθύνη

social development

κοινωνική ανάπτυξη

social security

κοινωνική ασφάλιση

social life

κοινωνική ζωή

social progress

κοινωνική πρόοδος

social economy

κοινωνική οικονομία

social benefit

κοινωνικό όφελος

social environment

κοινωνικό περιβάλλον

social security system

σύστημα κοινωνικής ασφάλισης

social science

κοινωνικές επιστήμες

social welfare

κοινωνική πρόνοια

social insurance

κοινωνική ασφάλιση

social status

κοινωνική θέση

social capital

κοινωνικό κεφάλαιο

social system

κοινωνικό σύστημα

social practice

κοινωνική πρακτική

social order

κοινωνική τάξη

social structure

κοινωνική δομή

social support

κοινωνική υποστήριξη

social justice

κοινωνική δικαιοσύνη

Παραδείγματα Προτάσεων

social problems; a social policy.

κοινωνικά προβλήματα· μια κοινωνική πολιτική.

the social composition of villages.

η κοινωνική σύνθεση των χωριών

an intemperate social occasion.

μια άστατη κοινωνική περίσταση.

the queen of the social columns.

η βασίλισσα των κοινωνικών στήλων.

the social totem pole.

το κοινωνικό σύστημα κατάταξης.

a novel with a social theme

ένα μυθιστόρημα με κοινωνικό θέμα

an intercommunity social center

ένα δια-κοινοτικό κοινωνικό κέντρο

a patriarchal social system.

ένα πατριαρχικό κοινωνικό σύστημα.

Παραδείγματα από τον πραγματικό κόσμο

Their talk ran upon the problems of social welfare and social security system.

Η συζήτησή τους επικεντρώθηκε στα προβλήματα της κοινωνικής πρόνοιας και του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης.

Πηγή: High-frequency vocabulary in daily life

An unprecedented test of social mobility looms.

Μια πρωτοφανής δοκιμασία της κοινωνικής κινητικότητας πλησιάζει.

Πηγή: The Economist (Summary)

There are also many perceived social benefits.

Υπάρχουν επίσης πολλά αντιληπτά κοινωνικά οφέλη.

Πηγή: Listening Digest

Scientific rigor and social conscience don't always go together.

Η επιστημονική αυστηρότητα και η κοινωνική συνείδηση δεν πάνε πάντα μαζί.

Πηγή: Science in 60 Seconds September 2017 Compilation

Not a fan of a nice strawberry social?

Δεν είστε θαυμαστής ενός ωραίου κοινωνικού γεγονότος με φράουλες;

Πηγή: Lost Girl Season 4

This phenomenon is called social jet lag.

Το φαινόμενο αυτό ονομάζεται κοινωνική διαταραχή ρυθμού.

Πηγή: Scientific Insights Bilingual Edition

Now, rivalry has to be replaced by social capital.

Τώρα, ο ανταγωνισμός πρέπει να αντικατασταθεί από κοινωνικό κεφάλαιο.

Πηγή: TED Talks (Audio Version) June 2015 Collection

Social media is like the junk food of social life.

Τα κοινωνικά μέσα είναι σαν το junk food της κοινωνικής ζωής.

Πηγή: Connection Magazine

They have a material culture, a social culture.

Έχουν έναν υλικό πολιτισμό, έναν κοινωνικό πολιτισμό.

Πηγή: TED Talks (Audio Version) May 2015 Compilation

Bytedance is aiming for more than mere social responsibility.

Η Bytedance στοχεύει σε κάτι περισσότερο από απλή κοινωνική ευθύνη.

Πηγή: Business Weekly

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα