sorrows

[US]/ˈsɒrəʊz/
[UK]/ˈsɔroʊz/
Frequency: Very High

Translation

n. αισθήματα βαθιάς απογοήτευσης που προκαλούνται από απώλεια, απογοήτευση ή άλλη μοίρα, πράγματα που προκαλούν θλίψη ή λύπη

Phrases & Collocations

share sorrows

μοιραστείτε λύπες

sorrows of life

λύπες της ζωής

sorrows fade

οι λύπες εξαφανίζονται

hidden sorrows

κρυμμένες λύπες

sorrows and joys

λύπες και χαρές

sorrows remain

οι λύπες παραμένουν

confront sorrows

αντιμετωπίστε τις λύπες

overcome sorrows

νικήστε τις λύπες

sorrows expressed

εκφρασμένες λύπες

sorrows shared

μοιρασμένες λύπες

Example Sentences

she shared her sorrows with her best friend.

ή μοιράστηκε τις λύπες της με την καλύτερη της φίλη.

his sorrows were evident in his eyes.

τα πόνια του ήταν αναμφισβήτητα στα μάτια του.

writing helps me cope with my sorrows.

η γραφή με βοηθά να αντιμετωπίσω τις λύπες μου.

we all have our sorrows to bear.

όλοι έχουμε τις λύπες μας να ανεχτούμε.

she found solace in music during her sorrows.

βρήκε ησυχία στη μουσική κατά τις λύπες της.

his sorrows turned into a source of inspiration.

τα πόνια του έγιναν πηγή έμπνευσης.

they comforted each other in their shared sorrows.

αλληλοπαρακολουθούσαν στις κοινές τους λύπες.

time heals all sorrows, or so they say.

ο χρόνος θεραπεύει όλες τις λύπες, ή τουλάχιστον έτσι λένε.

her poetry reflects her deepest sorrows.

η ποίησή της ανακλά τις βαθύτερες της λύπες.

he learned to express his sorrows through art.

μάθηκε να εκφράζει τις λύπες του μέσω της τέχνης.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now