sparkles

[US]/ˈspɑː.kəlz/
[UK]/ˈspɑr.kəlz/
Frequency: Very High

Translation

v. να εκπεμπεί σπινθήρες ή να φωτίζει έντονα; (για ένα ποτό) να είναι φυσαλίδωδες
adj. πλήρες ενέργειας και θέρμης; να έχει ζωντανό και φωτεινό εμφανιστικό χαρακτήρα

Phrases & Collocations

star sparkles

αστέρια λαμπρότητα

sparkles in eyes

λαμπρότητα στα μάτια

sparkles of joy

λαμπρότητα της χαράς

sparkles on water

λαμπρότητα στο νερό

sparkles of light

λαμπρότητα του φωτός

sparkles everywhere

λαμπρότητα παντού

sparkles at night

λαμπρότητα τη νύχτα

sparkles of hope

λαμπρότητα της ελπίδας

sparkles in snow

λαμπρότητα στην χιονοπадιά

Example Sentences

the stars sparkles in the night sky.

τα αστέρια αναμεμβρανώνονται στο βραδυνό ουρανό.

her eyes sparkles with excitement.

τα μάτια της αναμεμβρανώνονται με έκπληξη.

the water sparkles under the sunlight.

το νερό αναμεμβρανώνεται υπό το φως του ήλιου.

he loves to wear jewelry that sparkles.

αγαπάει να φοράει κοσμήματα που αναμεμβρανώνονται.

fireworks sparkles in the sky during celebrations.

τα πυροτεχνήματα αναμεμβρανώνονται στον ουρανό κατά τη διάρκεια των γιορτών.

the diamond sparkles beautifully in the light.

το διαμάντι αναμεμβρανώνεται όμορφα στο φως.

her dress sparkles with sequins.

το ρούχο της αναμεμβρανώνεται με παπαγάλους.

the lake sparkles like a thousand diamonds.

το λιμνούγραμμα αναμεμβρανώνεται όπως χιλιάδες διαμάντια.

children's laughter sparkles in the air.

το γέλιο των παιδιών αναμεμβρανώνεται στον αέρα.

the party decorations sparkles with lights.

τα κοσμήματα της γιορτής αναμεμβρανώνονται με φωτισμό.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now