public speaking
δημόσια ομιλία
speaking fluently
ευφάντοστα
speaking of
αναφορικά με
speaking english
ομιλούσα αγγλικά
english speaking
αγγλόφωνος
strictly speaking
στην πραγματικότητα
broadly speaking
γενικά
theoretically speaking
θεωρητικά
speaking from experience
από εμπειρία
on speaking terms
σε καλή σχέση
personally speaking
προσωπικά
honestly speaking
ειλικρινά
a musical speaking voice.
μια μουσική φωνή που μιλάει.
They were speaking in Italian.
Μίλαγαν στα ιταλικά.
a singsong manner of speaking.
ένας τραγουδιστός τρόπος ομιλίας.
she was speaking with a didactic severity.
Μίλαγε με αυστηρότητα και διδακτικό ύφος.
these parents aren't speaking for everyone.
Αυτοί οι γονείς δεν μιλούν για όλους.
Humanly speaking, the recession was not severe.
Ανθρωπίνως μιλώντας, η ύφεση δεν ήταν σοβαρή.
speaking simply and from the heart.
Μιλώντας απλά και από καρδιάς.
you have a clear speaking voice.
Έχεις μια καθαρή φωνή που μιλάει.
she gave him a speaking look.
του έριξε μια ματιά που μιλούσε.
I'm speaking under correction.
Μιλάω με την επιφύλαξη ότι μπορεί να κάνω λάθος.
properly speaking (=speak properly)
κατά τη γνώμη μου (=μιλάτε σωστά)
have a dread of speaking in public
Έχω φόβο να μιλάω μπροστά σε κοινό.
S-and rhythm are important in speaking English.
Τα S και ο ρυθμός είναι σημαντικοί όταν μιλάμε στα αγγλικά.
public speaking
δημόσια ομιλία
speaking fluently
ευφάντοστα
speaking of
αναφορικά με
speaking english
ομιλούσα αγγλικά
english speaking
αγγλόφωνος
strictly speaking
στην πραγματικότητα
broadly speaking
γενικά
theoretically speaking
θεωρητικά
speaking from experience
από εμπειρία
on speaking terms
σε καλή σχέση
personally speaking
προσωπικά
honestly speaking
ειλικρινά
a musical speaking voice.
μια μουσική φωνή που μιλάει.
They were speaking in Italian.
Μίλαγαν στα ιταλικά.
a singsong manner of speaking.
ένας τραγουδιστός τρόπος ομιλίας.
she was speaking with a didactic severity.
Μίλαγε με αυστηρότητα και διδακτικό ύφος.
these parents aren't speaking for everyone.
Αυτοί οι γονείς δεν μιλούν για όλους.
Humanly speaking, the recession was not severe.
Ανθρωπίνως μιλώντας, η ύφεση δεν ήταν σοβαρή.
speaking simply and from the heart.
Μιλώντας απλά και από καρδιάς.
you have a clear speaking voice.
Έχεις μια καθαρή φωνή που μιλάει.
she gave him a speaking look.
του έριξε μια ματιά που μιλούσε.
I'm speaking under correction.
Μιλάω με την επιφύλαξη ότι μπορεί να κάνω λάθος.
properly speaking (=speak properly)
κατά τη γνώμη μου (=μιλάτε σωστά)
have a dread of speaking in public
Έχω φόβο να μιλάω μπροστά σε κοινό.
S-and rhythm are important in speaking English.
Τα S και ο ρυθμός είναι σημαντικοί όταν μιλάμε στα αγγλικά.
Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο
Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!
Κατεβάστε το DictoGo τώρα