spoken

[ΗΠΑ]/'spəʊk(ə)n/
[ΗΒ]/'spokən/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

adj. προφορικός, λεκτικός
v. είπε (παθητική μετοχή του speak)
Word Forms
Past Participlespoken

Φράσεις & Συνηθισμένοι Συνδυασμοί

spoken language

γραπτή ή προφορική γλώσσα

well-spoken

αρμόστιος

spoken english

αγγλικά προφορικά

spoken word

η προφορική επικοινωνία

spoken for

υπερασπιζόμενος

Παραδείγματα Προτάσεων

the comprehension of spoken language.

η κατανόηση της προφορικής γλώσσας.

he had spoken to the police.

Είχε μιλήσει στην αστυνομία.

a soft-spoken attempt at bribery.

Μια διακριτική προσπάθεια δωροδοκίας.

Questions are spoken with a rising intonation.

Οι ερωτήσεις τίθενται με μια ανεβασμένη τονική διατονία.

He is a shy soft-spoken person.

Είναι ένας ντροπαλός και διακριτικός άνθρωπος.

the word was spoken with gently teasing mimicry.

Η λέξη ειπώθηκε με παιχνιδιάρικη μίμηση.

he had spoken personally and emotionally.

Είχε μιλήσει προσωπικά και συναισθηματικά.

he knows Claudine is spoken for.

Ξέρει ότι η Κλοντίν έχει σύντομο.

Many a true word is spoken in jest.

Πολλές αλήθειες λέγονται με χιούμορ.

There is a distinct improvement in your spoken English.

Υπάρχει μια διακριτή βελτίωση στα αγγλικά σας.

He has spoken it to me.

Μου το έχει πει.

a form of Hindi spoken around Delhi

Μια μορφή Χίντι που ομιλείται γύρω από το Νέο Δελχί.

Fluency in spoken English is essential.

Η άπταιστη γνώση της προφορικής αγγλικής είναι απαραίτητη.

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα