sports

[US]/spɔːts/
[UK]/spɔrts/
Frequency: Very High

Translation

n. αθλητικές δραστηριότητες ή παιχνίδια
adj. σχετικό με ή κατάλληλο για αθλήματα
v. να διασκεδάζει ή να παρασκευάζει

Phrases & Collocations

team sports

αθλήματα ομάδας

sports equipment

αθλητικός εξοπλισμός

sports event

αθλητική εκδήλωση

sports center

κέντρο αθλητικών εγκαταστάσεων

sports fan

φανατικός αθλητισμού

sports news

αθλητικά νέα

sports league

αθλητική λίγκα

sports medicine

αθλητική ιατρική

extreme sports

ακραία αθλήματα

individual sports

ατομικά αθλήματα

Example Sentences

sports play an important role in our lives.

τα αθλήματα παίζουν σημαντικό ρόλο στις ζωές μας.

many people enjoy watching sports on television.

πολλοί άνθρωποι απολαμβάνουν να παρακολουθούν αθλήματα στην τηλεόραση.

he excels in various sports, especially basketball.

εξαιρετικά στα διάφορα αθλήματα, ιδιαίτερα το καλαθοσφαίριση.

sports can help build teamwork skills.

τα αθλήματα μπορούν να βοηθήσουν στην ανάπτυξη δεξιοτήτων ομαδικής εργασίας.

she participates in sports competitions every year.

συμμετέχει σε αθλητικούς αγώνες κάθε χρόνο.

sports injuries are common among athletes.

τα τραύματα από αθλήματα είναι συνήθεις μεταξύ αθλητών.

he is a sports enthusiast who loves outdoor activities.

είναι ένας θαυματουργός αθλητικός που αγαπά τις εξωτερικές δραστηριότητες.

many schools encourage students to engage in sports.

πολλά σχολεία ενθαρρύνουν τους μαθητές να συμμετέχουν σε αθλήματα.

sportsmanship is essential in competitive games.

η αθλητική συμπεριφορά είναι απαραίτητη στα ανταγωνιστικά παιχνίδια.

she is studying sports management at university.

μελετά τη διοίκηση αθλημάτων στο πανεπιστήμιο.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now