standstill

[ΗΠΑ]/'stæn(d)stɪl/
[ΗΒ]/'stændstɪl/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

n. κατάσταση ακινησίας ή αδράνειας· μια στάση.
Word Forms

Φράσεις & Συνηθισμένοι Συνδυασμοί

traffic standstill

ακινησία της κυκκλοφορίας

economic standstill

οικονομική ακινησία

activity standstill

ακινησία δραστηριοτήτων

Παραδείγματα Προτάσεων

the traffic came to a standstill .

Η κίνηση των αυτοκινήτων σταμάτησε.

The traffic came to a standstill during rush hour.

Η κίνηση των αυτοκινήτων σταμάτησε κατά τη διάρκεια της ώρας αιχμής.

The negotiations have reached a standstill.

Οι διαπραγματεύσεις έχουν φτάσει σε αδιέξοδο.

The construction work has been at a standstill due to bad weather.

Οι εργασίες κατασκευής έχουν σταματήσει λόγω κακού καιρού.

The factory was at a standstill because of a power outage.

Το εργοστάσιο ήταν σε ακινησία λόγω διακοπής ρεύματος.

The economy is at a standstill due to the global pandemic.

Η οικονομία έχει ακινητοποιηθεί λόγω της παγκόσμιας πανδημίας.

The project came to a standstill when funding was cut.

Το έργο σταμάτησε όταν μειώθηκε η χρηματοδότηση.

The strike brought production to a standstill.

Η απεργία έβαλε την παραγωγή σε ακινησία.

The investigation has come to a standstill without any new leads.

Η έρευνα έχει φτάσει σε αδιέξοδο χωρίς να υπάρξουν νέα στοιχεία.

The peace talks have reached a standstill over disagreements on key issues.

Οι ειρηνευτικές συνομιλίες έχουν φτάσει σε αδιέξοδο λόγω διαφωνιών σχετικά με βασικά ζητήματα.

The court case has been at a standstill pending further evidence.

Η δικαστική υπόθεση έχει ακινητοποιηθεί μέχρι την υποβολή περαιτέρω αποδεικτικών στοιχείων.

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα