statesmen

[US]/[ˈsteɪtsmən]/
[UK]/[ˈsteɪtsmən]/
Frequency: Very High

Translation

n. ένας αξιόπειρος και επηρεαστικός άνθρωπος που είναι καλός στην πολιτική και τη διακυβέρνηση. ένας άνθρωπος με υψηλές αρχές και ακεραιότητα που εμπλέκεται σε δημόσια υποθέσεις. ένας άνθρωπος που είναι καλός στη συνεργασία με άλλους ανθρώπους και σε περιστάτωσεις με αποτελεσματικό και ωφέλιμο τρόπο.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now