stereoscopic

[US]/ˌsteriəu'skɔpik/
[UK]/ˌstɛriəˈskɑpɪk/
Frequency: Very High

Translation

adj. σχετικό ή ομοίο στερεοσκόπου; έχοντα τριδιάστατο αποτέλεσμα.

Example Sentences

stereoscopic vision provides depth perception

Η στερεοσκοπική όραση παρέχει αίσθηση βάθους

stereoscopic images create a 3D effect

Οι στερεοσκοπικές εικόνες δημιουργούν ένα αποτέλεσμα 3D

stereoscopic technology is used in virtual reality headsets

Η στερεοσκοπική τεχνολογία χρησιμοποιείται σε φαρμάκια υπολογιστικής ψυχρότητας

the movie was filmed in stereoscopic 3D

Η ταινία καταγράφηκε σε στερεοσκοπικό 3D

stereoscopic photography captures depth and dimension

Η στερεοσκοπική φωτογραφία καταγράφει βάθος και διάσταση

stereoscopic displays are common in 3D movies

Οι στερεοσκοπικές οθόνες είναι κοινές σε ταινίες 3D

stereoscopic vision helps with hand-eye coordination

Η στερεοσκοπική όραση βοηθά στη συντονισμό χεριού-μάτια

stereoscopic effects enhance the viewing experience

Τα στερεοσκοπικά αποτελέσματα ενισχύουν την εμπειρία προβολής

stereoscopic glasses are used for 3D viewing

Οι στερεοσκοπικές γυαλιά χρησιμοποιούνται για την προβολή 3D

stereoscopic imaging simulates depth perception

Η στερεοσκοπική εικονογράφηση προσομοιώνει την αίσθηση βάθους

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now