stoic

[US]/ˈstəʊɪk/
[UK]/ˈstoʊɪk/
Frequency: Very High

Translation

n. Ένας άνθρωπος που μπορεί να αντέχει πόνο ή δυσκολίες χωρίς να δείχνει τα συναισθήματά του ή να παραπονιέται;
adj. Αντοχή σε πόνο ή δυσκολίες χωρίς να δείχνει συναισθήματα ή να παραπονιέται;
adv. με στοιχειώδη τρόπο.
Word Forms
Pluralstoics

Phrases & Collocations

stoic attitude

στοική στάση

stoic acceptance

στοική αποδοχή

stoic philosophy

στοική φιλοσοφία

Example Sentences

She remained stoic in the face of adversity.

Πέρα από την αντιμετώπιση της αντιξοότητας, έμεινε στοιχειωμένη.

The soldier showed a stoic attitude during the difficult mission.

Ο στρατιώτης έδειξε μια στοιχειωμένη στάση κατά τη δύσκολη αποστολή.

He faced the criticism with a stoic silence.

Αντιμετώπισε την κριτική με στοιχειωμένη σιωπή.

The stoic expression on her face revealed nothing of her inner turmoil.

Η στοιχειωμένη έκφραση στο πρόσωπό της δεν έδειχνε τίποτα από την εσωτερική της αγωνία.

Despite the pain, he remained stoic and didn't utter a word.

Παρά τον πόνο, έμεινε στοιχειωμένος και δεν είπε ούτε μια λέξη.

The stoic philosophy emphasizes self-control and resilience.

Η στοιχειωμένη φιλοσοφία επιβεβαιώνει τον εαυτό-έλεγχο και την αντοχή.

She admired his stoic demeanor in the midst of chaos.

Η έμφαση της στη στοιχειωμένη συμπεριφορά του στη μέση του χάος.

His stoic acceptance of the situation impressed everyone around him.

Η στοιχειωμένη αποδοχή της καταστασης του ενέπνευσε όλους τους γύρω του.

The stoic old man faced his illness with grace and dignity.

Ο στοιχειωμένος ηλικιωμένος αντιμετώπισε την ασθένεια του με χάριν και προσήλευση.

She tried to adopt a more stoic approach to dealing with setbacks.

Προσπάθησε να αποκτήσει μια πιο στοιχειωμένη προσέγγιση για την αντιμετώπιση των παρεμποδισμών.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now