stoppages

[US]/ˈstɒpɪdʒɪz/
[UK]/ˈstɑːpɪdʒɪz/
Frequency: Very High

Translation

n. διακοπές ή διακοπές

Phrases & Collocations

work stoppages

διακοπές εργασίας

production stoppages

διακοπές παραγωγής

service stoppages

διακοπές υπηρεσιών

scheduled stoppages

προγραμματισμένες διακοπές

unexpected stoppages

απροσδόκητες διακοπές

frequent stoppages

συχνές διακοπές

labor stoppages

διακοπές εργασίας

traffic stoppages

διακοπές κυκλοφορίας

short stoppages

βραχύχρονες διακοπές

major stoppages

σημαντικές διακοπές

Example Sentences

stoppages in production can lead to significant financial losses.

Οι διακοπές στην παραγωγή μπορεί να οδηγήσουν σε σημαντικές οικονομικές απώλειες.

the company implemented measures to reduce stoppages.

Η εταιρεία εφάρμοσε μέτρα για να μειώσει τις διακοπές.

frequent stoppages disrupt the workflow of the team.

Οι συχνές διακοπές διαταράσσουν την ροή εργασίας της ομάδας.

we need to analyze the causes of these stoppages.

Χρειαζόμαστε να αναλύσουμε τις αιτίες αυτών των διακοπών.

stoppages can be caused by equipment failure or maintenance issues.

Οι διακοπές μπορεί να προκληθούν από αποτυχία συσκευών ή προβλήματα συντήρησης.

effective planning can minimize unexpected stoppages.

Η αποτελεσματική προγραμματισμός μπορεί να ελαχιστοποιήσει τις απροσδόκητες διακοπές.

they reported several stoppages during the last quarter.

Αναφέρθηκαν πολλές διακοπές κατά το τελευταίο τρίμηνο.

stoppages in service can frustrate customers.

Οι διακοπές στην υπηρεσία μπορεί να απογοητεύσουν τους πελετες.

the factory experienced multiple stoppages due to power outages.

Η βιομηχανία έχει υποστεί πολλές διακοπές λόγω διακοπών ρεύματος.

management is working to reduce unnecessary stoppages.

Η διοίκηση εργάζεται για να μειώσει τις αναγκαίες διακοπές.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now