in stupors
σε στυγιασμούς
stupors of sleep
στυγιασμοί του ύπνου
fall into stupors
πέφτουν σε στυγιασμούς
stupors of shock
στυγιασμοί του σοκ
deep stupors
βαθοί στυγιασμοί
emotional stupors
στυγιασμοί από συναισθήματα
stupors of confusion
στυγιασμοί της σύγχυσης
stupors of despair
στυγιασμοί της απελπισίας
stupors of intoxication
στυγιασμοί της έμποδου
stupors of fatigue
στυγιασμοί της κόπωσης
he was left in a stupor after hearing the shocking news.
έμεινε σε κατάσταση απορίας μετά από την ακρόαση των σοκαριστικών νέων.
she wandered around in a stupor, not knowing where to go.
περιπλανήθηκε σε κατάσταση απορίας, χωρίς να γνωρίζει πού να πάει.
the medication left him in a stupor for hours.
το φάρμακο τον έαλεφθε σε κατάσταση απορίας για ώρες.
after the accident, he was in a stupor and couldn't respond.
μετά το ατύχημα, ήταν σε κατάσταση απορίας και δεν μπορούσε να απαντήσει.
she snapped out of her stupor when someone called her name.
έφυγε από την απορία της όταν κάποιος είπε το όνομά της.
the unexpected event left the crowd in a stupor.
το απρόσμενο γεγονός έαλεφθε το συγκεντρωμένο πλήθος σε κατάσταση απορίας.
he tried to shake off the stupor and focus on his work.
προσπάθησε να αποφύγει την απορία και να συκοφαντήσει στη δουλειά του.
in a stupor of disbelief, she stared at the screen.
σε κατάσταση απορίας από την απίθανη, την κοίταξε την οθόνη.
the long meeting left everyone in a stupor.
το μακρύ συνέδριο έαλεφθε όλους σε κατάσταση απορίας.
he emerged from his stupor and realized what had happened.
έφυγε από την απορία του και κατάλαβε τι είχε συμβεί.
in stupors
σε στυγιασμούς
stupors of sleep
στυγιασμοί του ύπνου
fall into stupors
πέφτουν σε στυγιασμούς
stupors of shock
στυγιασμοί του σοκ
deep stupors
βαθοί στυγιασμοί
emotional stupors
στυγιασμοί από συναισθήματα
stupors of confusion
στυγιασμοί της σύγχυσης
stupors of despair
στυγιασμοί της απελπισίας
stupors of intoxication
στυγιασμοί της έμποδου
stupors of fatigue
στυγιασμοί της κόπωσης
he was left in a stupor after hearing the shocking news.
έμεινε σε κατάσταση απορίας μετά από την ακρόαση των σοκαριστικών νέων.
she wandered around in a stupor, not knowing where to go.
περιπλανήθηκε σε κατάσταση απορίας, χωρίς να γνωρίζει πού να πάει.
the medication left him in a stupor for hours.
το φάρμακο τον έαλεφθε σε κατάσταση απορίας για ώρες.
after the accident, he was in a stupor and couldn't respond.
μετά το ατύχημα, ήταν σε κατάσταση απορίας και δεν μπορούσε να απαντήσει.
she snapped out of her stupor when someone called her name.
έφυγε από την απορία της όταν κάποιος είπε το όνομά της.
the unexpected event left the crowd in a stupor.
το απρόσμενο γεγονός έαλεφθε το συγκεντρωμένο πλήθος σε κατάσταση απορίας.
he tried to shake off the stupor and focus on his work.
προσπάθησε να αποφύγει την απορία και να συκοφαντήσει στη δουλειά του.
in a stupor of disbelief, she stared at the screen.
σε κατάσταση απορίας από την απίθανη, την κοίταξε την οθόνη.
the long meeting left everyone in a stupor.
το μακρύ συνέδριο έαλεφθε όλους σε κατάσταση απορίας.
he emerged from his stupor and realized what had happened.
έφυγε από την απορία του και κατάλαβε τι είχε συμβεί.
Explore frequently searched vocabulary
Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!
Download DictoGo Now