suckings

[US]/ˈsʌkɪŋz/
[UK]/ˈsʌkɪŋz/

Translation

adj. που αφορά το αποστρόφισμα; αναφορικό προς τη θηλαστική ιδιότητα ή πολύ νέο για να αποστροφηθεί; ανήλικο ή ανεμπειρός

Phrases & Collocations

bad suckings

κακές αποσαγμοί

sweet suckings

γλυκές αποσαγμοί

hard suckings

σκληρές αποσαγμοί

slow suckings

αργές αποσαγμοί

quick suckings

γρήγορες αποσαγμοί

soft suckings

μαλακές αποσαγμοί

frequent suckings

συχνές αποσαγμοί

gentle suckings

ελαφρές αποσαγμοί

constant suckings

συνεχείς αποσαγμοί

noisy suckings

φωναχτές αποσαγμοί

Example Sentences

these suckings are really annoying.

αυτά τα συκώματα είναι πολύ ενοχλητικά.

he made some suckings while eating.

έκανε κάποια συκώματα ενώ τρώγε ή τρώγε.

stop those suckings; it's disturbing everyone.

σταματήστε αυτά τα συκώματα· είναι διαταρακτικά για όλους.

the baby’s suckings were soothing to hear.

τα συκώματα του βρέφους ήταν ηρεμιστικά για να ακούγονται.

she complained about the suckings from the next room.

έκανε καταγγελία για τα συκώματα από το επόμενο δωμάτιο.

his suckings were a sign of his enjoyment.

τα συκώματα του ήταν ένδειξη της χαράς του.

they laughed at the funny suckings of the dog.

γέλασαν για τα αστεία συκώματα του σκύλου.

we could hear the suckings from the other table.

μπορούσαμε να ακούσουμε τα συκώματα από το άλλο τραπέζι.

the suckings were so loud that i couldn't concentrate.

τα συκώματα ήταν τόσο χορτάτα ώστε δεν μπορούσα να συγκεντρωθώ.

her suckings made everyone turn their heads.

τα συκώματα της έκαναν όλους να στρέφουν το κεφάλι τους.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now